Wednesday, November 01, 2006

Οι καινούριοι παλιοί φόβοι

Οι διακοπές των Χριστουγέννων έφτασαν πολύ γρήγορα. Η πρώτη χρονιά με τον Λάζαρο είχε κυλήσει τρομακτικά γρήγορα. Τα συναισθήματα μέσα σε κάτι παραπάνω από 12 μήνες είχαν γιγαντωθεί, η εξάρτηση μας έσπρωχνε σε ακρότητες και το πάθος μας είχε σαρώσει πολλές φορές, όχι μόνο τις ζωές μας αλλά και τους ίδιους μας τους εαυτούς. Εικόνες, στιγμές, μυρωδιές, αγγίγματα που μας σημάδευαν, γέμιζαν μέρα με τη μέρα την αποθήκη της κοινής μας πορείας. Ήταν γεγονός πως από τη μέρα που γνωριστήκαμε οι ζωές μας είχαν αλλάξει. Ήταν γεγονός πως κάτι βαθιά μέσα μου είχε από μόνο του αποφασίσει πως ο Λάζαρος θα ήταν ο άνδρας που θα ζούσα στο πλευρό του. Και ποτέ δεν αμφέβαλλα πως το ίδιο ήθελε κι εκείνος. Υπήρχε όμως και άλλο ένα γεγονός που δεν μπορούσα να παραβλέψω.
Όσο κι αν είχε αλλάξει η συναισθηματική μας ζωή, η πραγματικότητα δεν είχε αλλάξει και πολύ. Και ιδίως τα αγκάθια. Ένας χρόνος είχε τρέξει με ταχύτητα αλλά ο κόσμος μας παρέμενε πεισματικά σταθερός: η Τζέσικα, τα μυστικά που έσερνε η παρουσία της, οι υπεκφυγές, τα ψέματα, ο μυστήριος δεσμός που τους έδενε. Συνήθως ο κόσμος τρέχει κι εσύ μένεις σταθερός. Στην περίπτωση μας συνέβαινε το ακριβώς ανάποδο. Δεν καταλάβαινα πώς. Δεν μπορούσα να το αξιολογήσω.
Είχαν μαζευτεί πολλοί κόμποι. Πολλές σκιές. Και το χειρότερο, όλα επαναλαμβάνονταν. Γκρίνια, καχυποψία, στιγμές που το πάθος μεταβαλλόταν σε τρέλλα… ίσως ακόμα και μίσος. Και μέσα σε όλα αυτά, μ’ έναν τρόπο μαγικό εξακολουθούσαμε να τροφοδοτούμε αυτό που ονομάζαμε ‘αγάπη’. Ίσως η πηγή να βρισκόταν στις ανάγκες που είχαμε. Ίσως πάλι και στο πείσμα μας να νικήσουμε. Δυστυχώς όμως κανένας πόλεμος δεν κερδήθηκε από τα καταφύγια. Πόσο μάλλον όταν ο εχθρός είναι αόρατος και νιώθεις κάθε στιγμή την ανάσα του στο λαιμό σου. Ακόμα και όταν δεν είναι εκεί. Αυτό που δεν βλέπεις ή αγνοείς αλλά ξέρεις πως πρέπει να νικήσεις, μπορεί να σε κατασπαράξει. Ακόμα και αν μείνει μόνο μια ιδέα στο μυαλό σου.
Όλα αυτά δεν τα σκεφτόμουν τότε. Ή μάλλον τα σκεφτόμουν με έναν πολύ απλοποιημένο τρόπο: πως θα αντιμετώπιζα για δεύτερη χρονιά την απουσία του Λάζαρου τις μέρες των Γιορτών? Τι θα του απαντούσα όταν θα μου έλεγε πως δεν θα περνούσαμε μαζί εκείνες τις μέρες γιατί η θέση του έπρεπε να είναι στο πλευρό της Τζέσικα? Είχε περάσει ένας χρόνος και ήξερα πολύ λίγα γι’ αυτήν. Σχεδόν όσα και 365 μέρες πριν. Το όπλο μου θα ήταν η στεναχώρια και η γκρίνια. Πολύ, πολύ κακοί σύμβουλοι στην ώρα της κρίσης – όπως πολύ καλά γνωρίζετε. Αποφάσισα λοιπόν, για άλλη μια φορά, να μην συζητήσω τίποτε παρά μόνο όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή.
Αγνοούσα όμως πως και ο Λάζαρος είχε την ίδια ανησυχία. Και όχι μόνο αυτό αλλά είχε βρει και λύση στο πρόβλημα. Είχε καταφέρει να βγει από το δίλημμα και τη δύσκολη θέση με δεξιοτεχνία. Είχε ήδη αποφασίσει πως δεν ήθελε να ξαναζήσει τα δράματα της προηγούμενης χρονιάς. Είχε ήδη αποφασίσει πως αυτά θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένα Χριστούγεννα. Δεν θα διάλεγε ανάμεσα σ’ εμένα ή την Τζέσικα. Θα περνούσε τις γιορτές και με τις δυο μας. Ταυτόχρονα.


Souzi's tunes: Interlude - Morrissey & Siouxsie

Wednesday, October 18, 2006

Aναζητήσαμε κάτι παλιό

Ήρθε ένα βράδυ απροειδοποίητα.
Για ώρες δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα μου, με τον ίδιο τρόπο που δεν απαντούσε στην απόγνωση μου εδώ και καιρό. Όταν τελικά μου τηλεφώνησε είχε ήδη φτάσει στο Χήθροου κι επιβιβαζόταν στο λεωφορείο. Ταχτοποίησα όπως όπως το σπίτι και πήγα στο λιμάνι να τον συναντήσω.
Φορούσε εκείνο το κίτρινο μπουφάν που το έκανε να μοιάζει νεαρός, πολύ νεαρός. Σα να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Σας το’χω ξαναπεί νομίζω: ακόμα και σε στιγμές που η κοινή μας ζωή ήταν ένα βήμα πέρα από τον γκρεμό ακόμα και τότε ήταν σαν τον συναντούσα πρώτη φορά. Αυτός όμως ο ερχομός του ήταν και κυριολεκτικά μια νέα φορά.
Τον έβλεπα να αποβιβάζεται από το λεωφορείο και τον καμάρωνα. Αλλά και λίγο τον φοβόμουν. Η ανάγκη να είμαστε μαζί είχε μετατραπεί σε εμμονή. Η εμμονή από την αρρώστια χωρίζονται από ένα διάφανο παραβάν και πολύ συχνά η μια κρυφοκοίταγε την άλλη. Θυμός, νεύρα, ζήλια, μοναξιά, ανακρίσεις, ψέματα, πολλά ψέματα. Οι μέρες που ήμασταν χώρια πέρασαν δύσκολα και είχαμε πολλά να κουβεντιάσουμε. Και ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα συμφωνούσαμε σε τίποτε. Όχι γιατί δεν θα θέλαμε αλλά γιατί όταν δυο άνθρωποι θέλουν να δώσουν μάχη μέχρι τελικής πτώσης για την κατάκτηση του άλλου, κάθε λογικό επιχείρημα είναι ένα ακόμα εμπόδιο που πρέπει να γκρεμιστεί. Πάση θυσία.
Για καλή μας τύχη, έτσι ένιωθε και ο Λάζαρος. (Το ‘καλή μας τύχη’ είναι ένα σχήμα λόγου βεβαίως: πόσο καλή μπορεί να είναι η τύχη δυο ανθρώπων που γεμίζουν την αποθήκη της ζωής τους με εκκρεμότητες?!) Σχεδόν σιωπηλά αποφασίσαμε πως δεν είχαμε τίποτε άλλο να πούμε πέρα από το πόσο πολύ αγαπιόμαστε. Τίποτε άλλο να κάνουμε εκτός από το να μένουμε αγκαλιά στο κρεβάτι ή να ψωνίζουμε για το σπίτι μου. Τίποτε άλλο αστείο πέρα από τις προσπάθειες μας να μαγειρέψουμε το αρνάκι που είχε φέρει ο Λάζαρος από την Ελλάδα. Προσπαθούσαμε να γυρίσουμε στην ξενοιασιά του πρώτου ταξιδιού του, στην ορμή των πρώτων ημερών. Είχε όμως περάσει ένας ολόκληρος χρόνος κι αυτό έστω κι αν ημερολογιακά δεν σημαίνει πολλά, στη κοινή ζωή δυό ανθρώπων μπορεί να ισοδυναμεί με … (συμπληρώστε εσείς). Εγώ δεν ένιωθα πια κοριτσάκι κι αυτό φαινόταν ακόμα κι από το πρόσωπο μου. Και το γέλιο μου που κοβόταν ώρες ώρες απότομα.
Μέσα σε αυτό το απροσδιόριστο κλίμα, ήρθε να προστεθεί κι ένα ανεξήγητο γεγονός. Ένα από μια σειρά ανεξήγητων που θα συναντούσαμε στη πορεία.
Το πρώτο πρωινό που ξυπνήσαμε μαζί, ανακαλύψαμε πως είχα ψείρες – και δυστυχώς όχι στο κεφάλι. Όχι δεν το είχα καταλάβει, όχι δεν τις είχα δει. Ποτέ δεν κατάλαβα. Όπως και ποτέ δεν κατάλαβα πως βρέθηκαν. Η πρώτη μου σκέψη ήταν εκείνος ο βιβλιοπώλης αλλά αμέσως τον απέκλεισα γιατί ποτέ δεν γδύθηκα όταν συναντηθήκαμε. Κι άλλωστε είχε περάσει τόσος καιρός από εκείνο το φριχτό πρωινό. Σκέφτηκα πως ίσως να οφείλονταν σε κάποιο εσώρουχο που είχα φορέσει από τις βαλίτσες της προηγούμενης χρονιάς. Αλλά ούτε την προηγούμενη χρονιά μου είχε συμβεί τέτοιο περιστατικό. Θα το δικαιολογούσα αν είχα επαφή με ανθρώπους βρώμικους αλλά το τελευταίο διάστημα η μόνη μου συντροφιά ήταν ο εαυτός μου και οι ταινίες από το κοντινό βίντεο κλαμπ. Φυσικά ο Λάζαρος δεν ήταν διατεθειμένος να πιστέψει τον προβληματισμό μου. Πόσο μάλλον όταν η φαρμακοποιός που επισκεφθήκαμε έβαλε την ταφόπλακα στην ενοχή μου: μεταδίδονται μόνο με σεξουαλική επαφή.
Το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά ήταν πως όταν πετάξαμε τα σεντόνια και όλα τα εσώρουχα μου ήταν σα να πετάξαμε από τη ζωή μας κι αυτό το περιστατικό. Χωρίς να το εξηγήσουμε, χωρίς να το ερμηνεύσουμε, χωρίς να το λύσουμε το πετάξαμε στα σκουπίδια και συνεχίσαμε. Ο καθένας με το δικό του συμπέρασμα. Και άλλο ένα βάρος στη πλάτη μας. Άλλη μια σιωπή που μπήκε σαν μέση και τέλος μετά την αρχή μιας ιστορίας.
Περπατούσαμε χέρι χέρι στους δρόμους και ήταν ξεκάθαρο στο βλέμμα μας το ερωτηματικό. Πήγαμε εκδρομές, κάναμε έρωτα, ξαγρυπνήσαμε αλλά αυτό που έμπαινε σιγά σιγά ανάμεσα μας υποκρινόμαστε πως δεν το βλέπαμε. Και το αφήναμε να κερδίζει έδαφος.
Όταν έφυγε ο Λάζαρος έκρυψε ένα σημείωμα στα τετράδια μου που έγραφε «Πέρασα πραγματικά υπέροχα στο όμορφο σπιτάκι σου. Σε 10 μέρες στο Ελληνικό, αγάπη μου». Σε 10 μέρες πράγματι θα συναντιόμασταν στο Ελληνικό για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές. Αυτή ήταν μια αλήθεια. Το πρώτο μέρος του σημειώματος ήταν ένα καθησυχαστικό ψέμα. Τόσο σ’ εμένα, όσο και στον εαυτό του. Αλλά οι προσπάθειες μας για να κρατηθούμε σε αυτό που είχα μάθει να αγαπάμε είχαν ήδη αρχίσει να ξεπερνούν τα όρια μας.

Souzi's tunes: The first time ever I saw your face by Roberta Flack

Thursday, June 08, 2006

The closest thing to crazy

Ένα βράδυ πήγα μόνη μου σινεμά για να δω «Το κελί» με τη Τζένιφερ Λόπεζ. Η ταινία τελείωσε γύρω στις 11. Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, κοντά στο πάρκινγκ μια παρέα νεαρών στην ηλικία μου περίπου έπινε και γέλαγε δυνατά. Περνώντας από εκεί ένας από αυτούς άρχισε να σφυρίζει και να μου μιλάει, στην αρχή με μεθυσμένο χιούμορ στη συνέχεια χυδαία. Στην αρχή μόνος του, στη συνέχεια μαζί με τους φίλους του. Συνέχισα να περπατώ χωρίς να απαντώ αλλά πριν φτάσω στη διάβαση, έτρεξαν και με πρόλαβαν. Ήταν τέσσερα μεθυσμένα αγγλόπουλα με ανάσα αφόρητη από τη μπύρα. Με φριχτά γκέτο χρυσά κοσμήματα και φαρδυά ρούχα. Πριν προλάβω να τους αποφύγω, τα βρωμερά χνώτα τους με είχαν τυλίξει σαν πηχτή ομίχλη και το χέρι του ενός έπιανε άγαρμπα τον γοφό μου. Του έδωσα ένα δυνατό χαστούκι αλλά, το δικό του ήταν δυνατότερο και μέσα σε δευτερόλεπτα ένιωσα το αίμα να τρέχει ζεστό από τα ρουθούνια μου. Σήκωνα με δύναμη τα χέρια και τα πόδια μου χωρίς να βλέπω ελπίζοντας πως κάποιον θα χτυπήσω μέσα στον πανικό και τον φόβο μου όμως αισθανόμουν την ίδια στιγμή ξένα χέρια να προσγειώνονται στο πρόσωπο και στο σώμα μου.
Ξαφνικά όλα σταμάτησαν και οι τέσσερις φίλοι το έβαλαν στα πόδια. Με κλειστά μάτια άκουγα τα βήματα τους να απομακρύνονται και άλλα, λιγότερα αυτή τη φορά, να πλησιάζουν. Ευτυχώς το εμπορικό κέντρο που στεγαζόταν ο κινηματογράφος, και μαζί με αυτό και οι εξωτερικοί χώροι, φυλασσόταν. Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας στο St. Mary’s Hospital και στο αστυνομικό τμήμα. Γύρισα σπίτι τα ξημερώματα, απενεργοποίησα το τηλέφωνο και κοιμήθηκα με σχεδόν παραμορφωμένο πρόσωπο.
Εκείνο το διάστημα η Τζέσικα προετοίμαζε την έκδοση ενός βιβλίου της. Θα κυκλοφορούσε λίγο πριν τα Χριστούγεννα και ο Λάζαρος είχε αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια και το ‘στήσιμο’ όλου του βιβλίου. Ώρες ατελείωτες στο γραφείο, στο ατελιέ, μπροστά από έναν υπολογιστή οργανώνοντας εικόνες, λέξεις και γραμματοσειρές. Συνεχείς συναντήσεις με τους εκδότες και τη Τζέσικα, ξενύχτια και χρόνος ελάχιστος ακόμα και για τον ύπνο. Μιλούσαμε ελάχιστα στο τηλέφωνο και τις περισσότερες φορές ήταν τόσο κουρασμένος που αποκοιμόταν. Μου είχε υποσχεθεί πως στο τέλος του Οκτώβρη θα ερχόταν να με δει. Είχε μπει ο Νοέμβρης και οι ημερομηνίες αναβάλλονταν συνεχώς. Η μιζέρια και η μοναξιά γέμιζαν τις μέρες μου. Και η ζήλεια. Μεγάλη ζήλεια. Όχι γιατί θα μπορούσε να συμβεί κάτι ερωτικό ανάμεσα στον Λάζαρο και τη Τζέσικα λόγω της καθημερινής τους επαφής. Τρελαινόμουν όμως στην ιδέα πως δημιουργούσαν κάτι από κοινού και ήξερα πως μια τέτοια μοιρασιά είναι ένας δεσμός που δεν μπορείς εύκολα να σπάσεις – και μαζί με αυτόν και όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την ανάθεση μιας τέτοιας δουλειάς. Ξαφνικά συνειδητοποιούσα πως στη σχέση τους υπήρχε κι ένα ακόμα επίπεδο που δεν είχα αναγνωρίσει: είχαν κι επαγγελματικές σχέσεις. Ίσως να ακούγεται λίγο ή ανούσιο αλλά είναι ένας πολύ σφιχτός δεσμός ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Όταν σε μια σχέση δημιουργηθεί επαγγελματική εξάρτηση τότε, έστω και άθελα μας, κάνουμε την ανιδιοτέλεια δόλωμα και την ευγνωμοσύνη αγκίστρι. Είναι γνωστό όμως πως ο έρωτας είναι ένα απόλυτα εγωιστικό συναίσθημα. Και εξαιρετικά παρανοϊκό.
Έτσι κι εγώ σκαρφίστηκα αυτή την ιστορία του ξυλοδαρμού. Είχα σκοπό να υπενθυμίσω – έστω και με αυτό τον ακραίο τρόπο- στον Λάζαρο πως ήμουν εκεί. Και πως ζούσα για εκείνον. Η αλήθεια ήταν πως εκείνο το βράδυ είχα γυρίσει στο σπίτι αμέσως μετά την ταινία και χαμήλωσα την ένταση των τηλεφώνων. Ο Λάζαρος καλούσε ως αργά και από νωρίς το επόμενο πρωί. Όταν τελικά του απάντησα στο τηλέφωνο ή χροιά της φωνής του ήταν φανερά εκνευρισμένη, μ’ ένα καλά κρυμμένο σημάδι ανησυχίας. Αρχικά δεν πίστεψε την ιστορία. Ήξερε άλλωστε πως εγώ δεν έμπλεκα σε καυγάδες αλλά ούτε και τους προκαλούσα. Δεν με πίστευε. Για να είμαι ακριβής, δεν ήθελε να με πιστέψει. Και μου ζήτησε να του στείλω φωτογραφίες. Αν με είχαν πράγματι χτυπήσει τότε οι φωτογραφίες θα επιβεβαίωναν περίτρανα τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Αν όχι θα σήμαινε για κάποιο λόγο του έλεγα ψέματα.
Σ’ εκείνο το σημείο, η ιστορία πήρε μια πολύ σουρεαλιστική τροπή.
Πήγα σ’ ένα κατάστημα με αποκριάτικα κι αγόρασα πλαστικές ουλές, τσιρότα και μπογιές μακιγιάζ. Μπήκα στη τουαλέτα ενός εμπορικού κέντρου και μπροστά στα μάτια άλλων γυναικών που έμπαιναν κι έβγαιναν, βάφτηκα. Βάφτηκα πολύ. Η αλήθεια είναι πως έμοιαζα περισσότερο να με έχει χτυπήσει το τρένο των 8 και τέταρτο παρά μεθυσμένοι φοιτητές. Το βάψιμο και το μακιγιάζ φαινόταν υπερβολικό αλλά η όλη ιστορία είχε ξεφύγει από τα πλαίσια της λογικής. Όταν εμφάνισα τις φωτογραφίες ήμουν πολύ περήφανη για το αποτέλεσμα. Για τον εαυτό μου δεν ήμουν ιδιαίτερα περήφανη γιατί καταλάβαινα πως το μυαλό μου πλέον έπαιρνε λάθος στροφές.
Το ίδιο σχεδόν είπε και ο Λάζαρος όταν μετά από δυο μέρες έλαβε τις φωτογραφίες. Παρότι διατηρούσε μια μικρή επιφύλαξη, δεν πίστεψε ούτε την ιστορία, ούτε τις φωτογραφίες. Εγώ δεν άργησα πολύ να παραδεχτώ πως πράγματι όλο αυτό το θέατρο ήταν ένας τρόπος για να κεντρίσω το ενδιαφέρον του. Λίγο παράξενος, λίγο ασυνήθιστος ωστόσο ο Λάζαρος κατάφερε μέσα σε αυτή τη παράνοια να διακρίνει το έντονο χρώμα της απόγνωσης μου. Και με τον καιρό θυμόμασταν αυτή την ιστορία και γελούσαμε. Ο χρόνος την μετέτρεψε από αρρωστημένη κωμωδία σε τρυφερή κομεντί και τη κακόγουστη φάρσα σε τρυφερό ψέμα.

Tuesday, June 06, 2006

Coming home now

Δυστυχώς για λόγους προσωπικούς και συνθήκες που αφορούσαν άμεσα την ιστορία δεν μπόρεσα τον τελευταίο μήνα να προσθέσω κανένα κείμενο. Δεν σας κρύβω πως κάποιες στιγμές θέλησα να σβήσω το μπλόγκ αυτό σα να μην υπήρξε ποτέ αλλά πλέον έχω μάθει πως η προσπάθεια να διαγράψεις το παρελθόν είναι η μεγαλύτερη χίμαιρα.
Τα γιατί θα τα εξηγήσω στη πορεία, όταν έλθει η ώρα. Προς το παρόν, μέχρι την Πέμπτη το βραδάκι η ιστορία θα συνεχιστεί. Ελπίζω να επανέλθουν οι φυσιολογικοί και ταχύτεροι ρυθμοί στο μπλόγκ. Δεν σας δίνω υποσχέσεις γιατί ήδη δεν τις κράτησα δυο φορές.
Δεν υπάρχουν λόγια για να σας ευχαριστήσω. Εσείς ξέρετε γιατί.

Monday, May 08, 2006

Επιστροφή

Μετά από λίγες μέρες έφυγα ξανά για την Αγγλία. Προτελευταίο έτος τω σπουδών. Σαν χθες, με θυμάμαι καθισμένη πάνω στις βαλίτσες μου στο σταθμό του Earl’s Court να κλαίω με αναφιλητά για ώρα περιμένοντας μια φίλη μου. Έκλαιγα γιατί αισθανόμουν χαμένη. Μετά από τόσους μήνες με τον Λάζαρο ήμουν ξανά χαμένη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Και μου έλειπε τόσο πολύ. Κάθε χιλιόμετρο μέσα μου αντιστοιχούσε σε μονάδα απουσίας. Έπρεπε να ξανασυνηθίσω σε μια μοναχική καθημερινότητα. Πολλοί από τους φίλους μου είχαν φύγει, έπρεπε να βρω νέο σπίτι, νέα βιβλία, νέο βήμα στους γνώριμους δρόμους.
Κοιμήθηκα πολλές ώρες το πρώτο βράδυ – πάντα πίστευα πως όταν είσαι στεναχωρημένη ή αντιμετωπίζεις κάποιο σοβαρό πρόβλημα, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κοιμηθείς έστω και για λίγο για να δεις μετά πιο ρεαλιστικά αυτά που νιώθεις. Και όντως ήταν έτσι. Μέσα σε δυο μέρες είχα μετακομίσει σε ένα πολύ όμορφο και φωτεινό στούντιο. Βιαζόμουν τόσο πολύ να μετακομίσω που το παρέλαβα βρώμικο. Μου άρεσε όμως. Είχε θέα σε ένα μεγάλο πάρκο και όλος ο τοίχος ήταν ένα τεράστιο παράθυρο. Ακόμα όμως και όταν το διαμέρισμα ήταν καθαρό και ταχτοποιημένο, ακόμα και όταν τα χρώματα, οι μελωδίες και οι μυρωδιές της ζωής μου είχαν γεμίσει κάθε γωνιά του κάτι έλειπε. Μάλλον μου έλειπε η ανάγκη να είναι λόγος για ό, τι έκανα. Υπήρχε μόνο σαν αίσθημα αλλά δεν είχε αντίκρισμα. Μέσα στο μυαλό μου σκεφτόμουν «θα του άρεσε αυτό το βάζο, αυτή η καρέκλα, αυτό το τραγούδι κλπ κλπ» αλλά μετά συνειδητοποιούσα πως δεν θα τον έβλεπα το ίδιο βράδυ. Ούτε το επόμενο.
Σκοπός μου ήταν να συγκεντρωθώ στο σκοπό μου, να διασκεδάσω και να μην αφήσω τα περσινά λάθη της αποξένωσης να μου χτυπήσουν τη πόρτα. Όπως φάνηκε στη πορεία δεν τα κατάφερα εξαιρετικά. Με εξαίρεση κάποιες βόλτες και ψώνια που έκανα μόνη μου, συναντούσα τη φίλη μου την Άννα μόνο τις Δευτέρες για να πάμε σινεμά – αν και εγώ πήγαινα σχεδόν καθημερινά μόνη μου. Άλλες παρέες στο πανεπιστήμιο δεν έκανα. Έτρωγα τα μεσημέρια με συμφοιτητές στο εστιατόριο αλλά δεν επιδίωκα περισσότερες σχέσεις έξω από την αίθουσα διδασκαλίας. Μου φαίνονταν όλα πολύ βαρετά. Μαγείρευα πολύ στο σπίτι, έβλεπα ταινίες και διάβαζα. Το χειρότερο ήταν πως μου φαίνονταν πολύ φυσιολογικά όλα αυτά. Δεν αισθανόμουν την ανάγκη να βγω, να συναντηθώ με παιδιά της ηλικίας μου που πιθανότατα να μοιραζόμασταν και κοινά ενδιαφέροντα. Και αυτό δεν είναι ποτέ καλό σημάδι. Κυρίως γιατί όταν ξεκόβεις από τη πραγματικότητα είναι σα να ξεκόβεις από τη βασική πηγή ενέργειας. Τα πάντα μέσα σου ανακυκλώνονται: οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι εκφράσεις. Χάνεις ερεθίσματα. Χάνεις χρόνο. Πολύτιμο χρόνο. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι πως καθετί πλέον που σκέφτεσαι σου φαίνεται λογικό, όσο παράδοξο ή αλλόκοτο θα σου φαινόταν αν είχες κάποιον να το μοιραστείς και να σου πει: «ΟΚ! Αυτό που μόλις μου είπες ίσως και να είναι η μεγαλύτερη μαλακία που έχει ξεστομίσει θηλαστικό!». Όταν όμως από επιλογή σου ζεις μόνη, περιμένοντας μόνο να μιλήσεις στο τηλέφωνο με τη μοναδική πηγή χαράς που (νομίζεις πως) έχεις, όσο αντικειμενικά υγιής και αν είσαι, χάνεις την επαφή σου με το ήρεμο και ξεκάθαρο κομμάτι της λογικής σου. Έτσι όμως είναι οι σχέσεις: πολλές φορές έρχεται το σημείο που σε ‘καταβροχθίζει’ τόσο πολύ το συναίσθημα που ακόμα και η απόφαση να μην ξανακάνεις τα λάθη του τόσο πρόσφατου παρελθόντος μοιάζει με συμβόλαιο πως θα κάνεις ακόμη μεγαλύτερα. Εγώ αυτό έκανα.

Thursday, May 04, 2006

Sorry seems to be ...

Η αφορμή ήταν ο Elton John. Μια συναυλία του sir που θα γινόταν εκείνες τις ημέρες στο Ηρώδειο. Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη που ο αγαπημένος μου για πολλά χρόνια τραγουδιστής θα ερχόταν στην Ελλάδα. Ήμουν διπλά ενθουσιασμένη γιατί θα τον άκουγα να ερμηνεύει όλα εκείνα τα κλασσικά και υπέροχα τραγούδια του ενώ θα κρατούσα τον Λάζαρο από το χέρι. Ειδικά το “Your song”, που το άκουγα πολλές βραδυές στο δωμάτιο μου στην Αγγλία όσο μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Ειδικά το “Your song”. H συναυλία πλησίαζε και από σκόρπιες κουβέντες καταλάβαινα πως ο Λάζαρος δεν έδειχνε και μεγάλο ενδιαφέρον. Προσπαθούσα σε κάθε ευκαιρία να παίζω στο αυτοκίνητο τραγούδια του Έλτον Τζον που πίστευα πως θα του αρέσουν και ήξερα πως θα συμπεριλαμβάνονταν και στο πρόγραμμα. Τα περισσότερα του άρεσαν. Τα υπόλοιπα δεν τα απέρριπτε. Είχα βγάλει εισιτήρια χωρίς να του πω τίποτε γιατί ήξερα πως αν τον ρωτούσε δεν θα ήθελε. Εν τέλει, την έκπληξη μου την έκανε εκείνος.
Την παραμονή της συναυλίας μου ανακοίνωσε πως θα πήγαινε με τη Τζέσικα, η οποία είχε βρει από τις πρώτες κιόλας μέρες προσκλήσεις. Φυσικά δεν μου απαγόρεψε να πάω μόνη μου. Φυσικά και δεν του είπα πως είχα αγοράσει εισιτήρια στις καλύτερες θέσεις. Φυσικά και δεν πήγα ποτέ στη συναυλία. Όχι από πείσμα. Ίσως ακουστεί παράδοξο, κυρίως αφού γνωρίζετε τη συνέχεια, αλλά δεν πήγα από περηφάνια. Φανταζόμουν τη σκηνή που θα συναντιόμασταν τυχαία στην είσοδο και δεν θα μπορούσα να του μιλήσω. Σκεφτόμουν τη στιγμή που θα διασταυρώνονταν τα βλέμματα μας και θα έπρεπε να γυρίσω από την άλλη μεριά για να μην μας δει η Τζέσικα ή κάποιος από τους φίλους του. Ίσως, ακόμα χειρότερα, τα έφερνε έτσι η τύχη και καθόμασταν σε διπλανές θέσεις. Η απαγορευτική γραμμή της Τζέσικας ήταν κάτι που ακόμα δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω.
Και αυτή ήταν και η πραγματική αιτία της πράξης μου. Η Τζέσικα. Επιστρέφοντας από τις διακοπές της είχε ξαναμπεί στη ζωή του Λάζαρου με τρόπο σχεδόν πολιορκητικό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που, εν αγνοία της βέβαια, παρενέβαινε και στη δική μου ζωή. Συναντιόνταν με τον Λάζαρο σχεδόν καθημερινά, πήγαιναν σε φίλους και κοινωνικές εκδηλώσεις που δεν ‘επιτρεπόταν’ να παραβρεθεί μόνη της, τηλεφωνούσε τις πιο ακατάλληλες στιγμές, μας διέκοπτε στις πιο χαλαρές και ήρεμες στιγμές μας. Με αυτό τον τρόπο μου θύμιζε, πάλι εν αγνοία της, πως όσο και να ήθελα να φανώ δυνατή υπήρχαν καταστάσεις που δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω. Υπήρχαν όρια που έκανα πως δεν έβλεπα και όνειρα στα οποία δεν έπρεπε να αφήνομαι. Την ζήλευα και σχεδόν τη μισούσα. Κατά βάθος, σε αυτές τις περιπτώσεις μισούμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Την ίδια μας την επιλογή. Αυτό που μας γκρεμίζει είναι η ίδια μας η επιλογή και η απόφαση μας να της μείνουμε πιστοί. Δεν ξέρω αν είναι δίκαιο να μιλάω σε πληθυντικό αριθμό. Όπως δεν ξέρω πως έφτασα στην απόφαση να απατήσω τον Λάζαρο. Τόσα χρόνια μετά και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι μια υπόθεση: αντάλλαξα την απογοήτευση με εκδίκηση. Μεγάλη τιμωρία να μην μπορείς να ζυγίσεις αυτά που νιώθεις. Ακόμη μεγαλύτερη όταν πρέπει να πάρεις μια απόφαση για τη ζωή σου κι εσύ κλείνεις τα μάτια και διαλέγεις το λάθος. Λάθος όχι λόγω κοινωνικού ή διαπροσωπικού κόστους. Λάθος γιατί όταν βγήκα από το μαγαζί εκείνου του άνδρα με ρώτησα δυνατά: «Τι έκανα;». Κι εκεί σιωπή. Δεν είχα απάντηση, δεν είχα εκτίμηση της πραγματικότητας. Δεν είχα καμιά απολύτως λογική εξήγηση γι’ αυτό που πήγα να κάνω.
Ξέρω πως μετά ντρεπόμουν. Αλλά το ‘μετά’ δεν έχει αντίκρισμα. Κι ούτως ή άλλως δεν είχα ιδέα για τι απ’ όλα να ντραπώ. Πολλές ανακατεμένες σκέψεις και πολλές άδικες αποφάσεις. Κυρίως ντρεπόμουν για το ότι θέλησα να εκδικηθώ γι’ αυτό που εγώ η ίδια είχα διαλέξει. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτός είναι ένας εκπληκτικά σοβαρός λόγος να γονατίζεις από ντροπή: να τιμωρείς αυτούς που αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα δικά σου λάθη.
Kαι να φανταστείτε πως αυτά συνέβησαν ακριβώς τη στιγμή που πίστευα πως η ευτυχία μου με τον Λάζαρο δεν είχε τίποτε θνητό. Αν μπορούσα να ζωγραφίσω κάπου εδώ θα έβαζα ένα πολύ πικρό χαμόγελο. Τόσο πικρό όσο και οι πικροδάφνες.

Monday, May 01, 2006

Γεγονότα

Το μικρό του μαγαζάκι ήταν στο κέντρο της Αθήνας. Παλιό. Λίγο βιβλιοπωλείο, λίγο παλαιοπωλείο, λίγο βρώμικο. Καθόταν πίσω από τον πάγκο του. Άσχημος μάλλον. Σιχαμερός περισσότερο. Γύρω στα 40, χωρίς γοητεία με κουρασμένα χαρακτηριστικά. Στη συνείδηση του είμαι σίγουρη πως μετέφραζε την παραίτηση σε πείρα. Είπαμε τα τυπικά, έκανε ένα πολύ γλοιώδες αστείο και έβαλε μέσα τα τραπεζάκια με τα πράγματα που είχε στο πεζοδρόμιο. Τον κοιτούσα χωρίς να έχω βγάλει τα γυαλιά μου, χωρίς να αγγίζω πουθενά, χωρίς να μπορώ να συγχρονιστώ με τα δευτερόλεπτα που περνούσαν. Κλείδωσε τη πόρτα και ανεβήκαμε στο πατάρι του μαγαζιού. Παντού σκόνη. Ένα σκοτεινό πατάρι γεμάτο σκόνη, ψόφια έντομα και με ένα ξέστρωτο ράντζο σε μια γωνιά σκοτεινότερη από το υπόλοιπο δωμάτιο. Πάνω από το ράντζο μια αφίσα από μια παραλία στις Σεϋχέλλες. Για μια φευγαλέα στιγμή σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν το ιδανικό μέρος για να με βρουν νεκρή. Τη θυμάμαι πολύ ζωντανά εκείνη τη σκέψη, όπως θυμάμαι και το μειδίαμα μου τόσο αλλόκοτο όσο και τα σημάδια από τα βήματα μου στη σκόνη εκείνου του πατώματος.
Τον ένιωσα να με σφίγγει και να τρίβεται πάνω μου. Χωρίς να μετακινηθώ εκατοστό, τον είδα να ξαπλώνει γυμνός στο βρώμικο κρεβάτι και να μου χαμογελάει. Έβγαλα την μπλούζα μου και κάθισα κοντά του. Τράβηξε το χέρι μου για να τον χουφτώσω. «Κάνε με να φανταστώ πως είμαι σ’ αυτή τη παραλία» μου είπε δείχνοντας μου την αφίσα πάνω από το κεφάλι του. Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είχε πει χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Λάζαρος που ήθελε να μάθει τι μου είχε πει ‘ο γιατρός που είχα πάει να δω για τους πονοκεφάλους μου’. Με μια βιαστική δικαιολογία έκλεισα όπως όπως το τηλέφωνο. Φόρεσα ξανά τη μπλούζα μου και ζήτησα συγνώμη. «Συγγνώμη αλλά δεν μπορώ». «Μη σε νοιάζει, θα πάω σπίτι να γαμήσω τη γυναίκα μου και θα μου φύγει η καύλα» μου απάντησε.

Γύρισα σπίτι. Χωρίς να σκέφτομαι ή να θυμάμαι.

Friday, April 28, 2006

Καλοκαιρινές διακοπές (δ)

Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη. Οι φίλοι μου υποδέχτηκαν τον Λάζαρο απλά και φυσικά. Χωρίς ερωτήσεις, χωρίς κρυφά γελάκια, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχαν ακούσει άλλωστε τόσα πολλά μέχρι εκείνη τη στιγμή, που πέρα από την περιέργεια που είχαν να γνωρίσουν αυτόν που μ’ έκανε ευτυχισμένη τα περιθώρια για άλλες αντιδράσεις ήταν, μάλλον, περιορισμένα. Δεν ονειροβατώ φυσικά. Καταλαβαίνω πως αρχικά ίσως τους ξένισε η εικόνα μας. Η διαφορά της ηλικίας μας δεν ήταν μικρή και , ο Λάζαρος τουλάχιστον λόγω ωριμότητας και πείρας, μπορούσε να αντιληφθεί την εντύπωση που δίναμε σε τρίτους. Εγώ από την άλλη το αντιλαμβανόμουν σε ρομαντικότερο επίπεδο: μόνο σε σχέση με την εικόνα που δημιουργούν δυο οποιοιδήποτε ερωτευμένοι στους γύρω τους. Οι πραγματικά ερωτευμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να κρυφτούν. Όχι γιατί δεν έχουν πεποίθηση στην απάτη ή δεν ξέρουν τους κανόνες του κρυφτού. Απλά, γιατί όποιες και αν είναι οι συνθήκες της ζωής τους κατά βάθος δεν νιώθουν καμία ενοχή γι’ αυτό που ζουν και για τον άνθρωπο που διάλεξαν στο πλευρό τους. Γι’ αυτό και κάποια στιγμή θα κοιταχτούν βαθιά και αχόρταγα. Κάποια στιγμή, ανεξήγητα ίσως, θα φουσκώσουν από καμάρι για κάτι που είπε ο αγαπημένος τους αλλά όλοι οι υπόλοιποι προσπέρασαν. Κάποια στιγμή, αν προσέξεις καλά, το άγγιγμα τους θα είναι λιγότερο τυχαίο και περισσότερο απαλό. Είναι εκείνες οι μεγαλειώδεις στιγμές που ο μόνος στόχος μας είναι να μπούμε στο κάστρο. Και η τάφρος με τους κροκοδείλους, λεπτομέρεια.
Το κρυφτό στο σπίτι συνεχιζόταν. Μείναμε μερικές μέρες χωρίς οι παππούδες να καταλάβουν το παραμικρό. Υπήρξαν φυσικά στιγμές που φτάσαμε μια ανάσα από τη μεγάλη αποκάλυψη αλλά το δεχόμασταν στα πλαίσια της τρέλλας. Ένα πρωί για παράδειγμα, είχα ξεχάσει να κλειδώσω την εξώπορτα και πρόλαβα τη γιαγιά δύο σκαλοπάτια πριν το δωμάτιο μου κρατώντας ένα δίσκο με πρωινό. Το απίθανο ήταν πως ακόμα και μετά από αυτό ο Λάζαρος δεν πτοήθηκε. Απλά με εμπιστευόταν όταν του έλεγα πως γνώριζα το πρόγραμμα των παππούδων και πως οι ηλικιωμένοι παρεκκλίνουν από τη ρουτίνα τους σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Ευτυχώς, είχα δίκιο. Εκείνες τις μέρες άλλωστε, ήταν απόλυτα παραδομένος στον εφηβικό του έρωτα και δεν υπολόγιζε τίποτε. Και είναι παράδοξο πως τελικά γλιτώσαμε. Στον έρωτα πρέπει πάντα ο ένας να είναι ο γενναίος και ο άλλος ο σοφός. Εκείνο τον καιρό ήμασταν και οι δυο γενναίοι προκαλώντας τη τύχη μας.
Ήταν το καλοκαίρι που είδα για πρώτη φορά τον Λάζαρο να γίνεται 17 χρονών. Να παίζει, να γελάει, να τραγουδάει, να πηγαίνει στο θερινό σινεμά για να κάνει πλάκα και όχι για να παρακολουθήσει τη ταινία. Να μυρίζει γιασεμιά, να ηρεμεί, να περπατάει στα σοκάκια με τα χέρια ψηλά λες και ήθελε να φτάσει ξανά στον ουρανό. Τον έβλεπα να παρακολουθεί τους κώδικες τις παρέας, να απορροφά λεπτομέρειες για πρόσωπα που δεν γνώριζε και να τις συνδυάζει με ιστορίες που είχε ακούσει δυο μέρες νωρίτερα. Ζούσε μια άλλη ζωή και έπρεπε να την ρουφήξει πάση θυσία, λες και θα τέλειωνε. Οι φίλοι μου έδειχναν να τον συμπαθούν. Τον φώναζαν «Λαζ» και του μιλούσαν όπως μιλούσαμε μεταξύ μας: με ενδιαφέρον, τρυφερότητα και αυθάδεια. Ένιωθα μεγάλη ευγνωμοσύνη. Όταν μάλιστα σκέφτομαι πως έκαναν προσπάθεια γι’ αυτή τους την αποδοχή, το αίσθημα αυτό πολλαπλασιάζεται.
Στο δρόμο της επιστροφής από την εξοχή το αυτοκίνητο μας διασταυρώθηκε μ’ αυτό των γονιών μου. Οι μέρες μας στο χωριό είχαν τελειώσει χωρίς απώλειες.

Το καλοκαίρι μας όμως δεν τελείωσε σε αυτές τις λίγες παράνομες μέρες στην εξοχή. Οι γονείς μου εκείνη τη χρονιά είχαν αγοράσει ένα διαμέρισμα κοντά στο πατρικό μου με σκοπό να μείνει εκεί η γιαγιά μου. Οι γονείς είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού στην Αθήνα ανακαινίζοντας το. Όταν επέστρεψα από τις διακοπές, το διαμέρισμα ήταν φρέσκο, καθαρό και … άδειο. Το ίδιο βράδυ ‘μετακομίσαμε’ εκεί με τον Λάζαρο. Τέλη Αυγούστου ήταν. Θα μέναμε εκεί μόνοι μας για τουλάχιστον ένα μήνα.
Ξαναμπήκαμε στη ρουτίνα του Φλεβάρη: μάθαμε να χωράμε σ’ ένα μονό κρεβάτι και να περισσεύει χώρος για μια αγκαλιά παραπάνω. Ξυπνούσαμε το πρωί αποφασισμένοι να ευχαριστηθούμε την κάθε στιγμή που θα περνούσαμε μαζί γιατί ξέραμε πως τέτοιες ευκαιρίες δεν θα είχαμε πολλές. Σε λίγο καιρό θα ξαναέφευγα για την Αγγλία αλλά, για την ώρα ήταν κάτι που δεν συζητούσαμε. Αντιθέτως, φερόμασταν σα να είχαμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Περάσαμε χιλιάδες ώρες διαλέγοντας ηλεκτρικές συσκευές για το σπίτι του Λάζαρου, κρατώντας σημειώσεις για την κάθε συσκευή ξεχωριστά και κοιτάζοντας φωτογραφίες από ψυγεία, κουζίνες, πλυντήρια κλπ. Περνούσαμε μεσημέρια κι απογεύματα προσπαθώντας ν’ ανακαλύψουμε ποιος από τους δυο ταίριαζε καλύτερα αυτά που είχαμε δει στον χώρο που θα ζούσαμε. Φαντάζομαι πως έτσι κάνουν τα ζευγάρια που ετοιμάζονται να παντρευτούν. Μόνο που εμείς δεν συζητούσαμε πια κάτι τέτοιο. Όχι γιατί πάψαμε να το θέλουμε. Μάλλον γιατί εκείνη τη στιγμή αν ζητούσαμε κάτι παραπάνω από αυτό που είχαμε ίσως και να χάναμε τα πάντα. Παρ’ όλο που τυφλοί και οι δύο πάσχαμε από αδιαβάθμητη αναπηρία ως προς την εκτίμηση της ζωής μας, το ένστικτο μας απέτρεπε από αδιέξοδες συζητήσεις και απαιτήσεις. Για την ακρίβεια, η ανάγκη για κάτι παραπάνω είχε σχεδόν χειρουργικά αποκοπεί. Κατά τη γνώμη μου, είναι σωτήριο όταν αυτό συμβαίνει κάποιες φορές.
Θυμάμαι ένα Σαββατόβραδο που συζητούσαμε ως αργά σχέδια για το σπίτι του Λάζαρου. Κάποια στιγμή νιώσαμε και οι δυο την ανάγκη να βγούμε από το σπίτι. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήγαμε μέχρι την Ομόνοια για εφημερίδες. Και μετά πάλι πίσω. Ο δρόμος άνετος και στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα τραγούδι της Αφροδίτης Μάνου. Στην Πειραιώς να ακούμε το «… εμείς οι δυο σ’ αυτή την πόλη, που φύγαν όλοι». Σε όλη τη διαδρομή δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Μόνο ένα φιλί στο φανάρι έξω από τον ‘9,84’ στο Γκάζι. Όταν γυρίσαμε σπίτι συμφωνήσαμε πως ήταν ίσως η ωραιότερη βόλτα που είχαμε κάνει.
Εκείνο το βράδυ θα το θυμόμαστε για πάντα. Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι που δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Για ακόμη μια φορά.

Tuesday, April 11, 2006

Καλοκαιρινές διακοπές (γ)

Στις αρχές του Αυγούστου, οι κοινές καλοκαιρινές μας διακοπές συνοψίζονταν σε μιάμιση μέρα στην Αγία Άννα της Εύβοιας. Αυτό ήταν κάτι που δεν μ’ ενοχλούσε ιδιαίτερα. Εξάλλου με τον Λάζαρο είχαμε γίνει βετεράνοι στο να μετατρέπουμε το κέντρο της Αθήνας σε ιδανικό προορισμό διακοπών: είχε τύχει αρκετές φορές να περάσουμε τα Σαββατοκύριακα μας σε κάποιο ξενοδοχείο της πόλης. Δεν φεύγαμε για ευνόητους, φυσικά, λόγους: την περίπτωση που η Τζέσικα χρειαζόταν κάτι – να συναντηθούν, να βγουν, να τη συνοδέψει κάπου κλπ. Εκτός από ενοχλητικά τηλεφωνήματα της μέσα στη νύχτα δεν επενέβη στα Σαββατοκύριακα μας με άλλο τρόπο. Αλλά το ρητό του Λάζαρου πάντα ήταν «ο φόβος φυλάει τα έρημα». Έστω κι αν το ψιθύριζε στον ίδιο του τον εαυτό μόνο.
Όταν λοιπόν μου ανακοίνωσε ο Λάζαρος πως οι μόνες διακοπές που θα έκανε εντός των τειχών, θα ήταν με τη Τζέσικα και την παρέα της απογοητεύτηκα. Για να πω την αλήθεια, περισσότερο ζήλεψα. Γιατί για άλλη μια φορά αισθανόμουν πως μου στερούσαν κάτι που σε ό λ α τα υπόλοιπα ζευγάρια ήταν φυσιολογικό και δεδομένο. Όμως, μέσα σε 8 μήνες είχα ήδη κάνει τις ίδιες σκέψεις άλλες 2 φορές. Ήταν κατακαλόκαιρο, ο κόσμος ήταν στις παραλίες κι απολάμβανε τον ήλιο και το νερό κι εγώ δεν είχα ούτε τη δύναμη, ούτε τη διάθεση για νέο γύρο θλίψης και στεναχώριας. Κράτησα το παράπονο για τον εαυτό μου και δεν μίλησα σε κανέναν. Άρχισα να σκέφτομαι τα θετικά: θα περνούσα μερικές ξένοιαστες μέρες στο εξοχικό με τους παππούδες και όλους μου τους φίλους. Χωρίς να κρύβομαι και να καρδιοχτυπώ για το αν μας είδε κάποιος που δεν έπρεπε. Σκεφτόμουν θετικά: μπάνια, ξενύχτια, μπιρίμπες, σινεμά. Αλλά όσα ψέματα κι αν έλεγα στον εαυτό μου, η αλήθεια δεν αργούσε να με συνεφέρει – έστω και για λίγο: η ζωή μου πλέον είχε αλλάξει και είχα επιτρέψει την πρόσβαση του Λάζαρου σε κάθε έκφανση, στιγμή ή εποχή της. Η απουσία του μου φαινόταν παράλογη όχι τόσο για την αιτία αλλά, κυρίως επειδή πλέον είχα φτάσει στο σημείο που χωρίς εκείνον δεν έβρισκα το ίδιο νόημα στη ζωή. Όχι όπως πριν χωρίς αυτόν αλλά ούτε και όπως μαζί με αυτόν. Είναι αυτό το οριακό σημείο που πιθανότατα αναγνωρίσεις πως η σχέση σου παίρνει έναν αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα και αρχίζει να διαβρώνει όλη σου τη ζωή. Ήταν όμως πολύ νωρίς και τον Λάζαρο τον αγαπούσα πάρα πολύ για να περιορίσω την φόρα με την οποία ρήμαζε ό, τι είχα ζήσει μέχρι τότε. Άλλωστε την αυτονομία μας την ανακαλύπτουμε συνήθως όταν είμαστε μόνοι μας. Συνήθως.
Οι μέρες που θα ήμασταν χωριστά ήταν λίγες – μόλις πέντε. Όσο και αν περνούσα καλά, μου έλειπε. Τον ήθελα εκεί μαζί μου σε κάθε στιγμή, σε κάθε τρέλα, σε κάθε ανόητο παιχνίδι που σκαρώναμε με τους φίλους μου. Και εκείνος το καταλάβαινε. Καταλάβαινε πως ζήλευα και στενοχωριόμουν και μου έλεγε πως περνούσε χάλια. Δεν το πίστευα αλλά εκτιμούσα την προσπάθεια που έκανε για να νιώσω καλύτερα. Πίστευα πως του έλειπα κι εκείνου. Και το πίστεψα ακόμα περισσότερο όταν, το βράδυ που επέστρεφε από τις διακοπές του αντί να γυρίσει στο σπίτι του ήρθε και με βρήκε. Μετά από πολλές ώρες ταξίδι οδήγησε άλλες 3 για να έρθει. Όπως πάντα παράνομα. Αυτή τη φορά όμως δεν υπολόγιζε ούτε τη Τζέσικα, ούτε τους παππούδες μου που ζούσαν στο διπλανό σπίτι, ούτε τίποτε.
Ήρθε νύχτα στο σπίτι. Κρυφά. Όπως ακριβώς το είχε σκάσει από την Αθήνα και τους περιορισμούς της Τζέσικας. Όσο περίμενα να διακρίνω τα φώτα του αυτοκινήτου μέσα στη νύχτα δεν κρατήθηκα και σκέφτηκα –για μια ακόμα φορά- πως ίσως σιγά σιγά να άλλαζαν τα πράγματα.

Monday, April 10, 2006

Καλοκαιρινές διακοπές ( Β)

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν γεμάτο όμορφες στιγμές. Για την ακρίβεια, ζούσαμε τόσο καλά με τον Λάζαρο που δεν μπορώ να ξεχωρίσω συγκεκριμένες στιγμές ή ώρες. Τα πρωινά στη δουλειά ή στο σπίτι για δουλειές, το απόγευμα φαγητό, τα βράδια βόλτες. Είχαν περάσει πάνω από 8 μήνες που ήμασταν μαζί και εξακολουθούσαν να είναι λίγοι αυτοί που γνώριζαν για τη σχέση μας. Ακόμα όμως και μετά από τόσους μήνες εξακολουθούσαμε να μην έχουμε ανάγκη τη συντροφιά άλλων. Η καλύτερη παρέα ήταν ο ένας για τον άλλον.
Πολλές φορές βέβαια σκεφτόμουν μήπως αυτός ο τρόπος ζωής είχε μετατρέψει το αίσθημα σε εμμονή ή ακόμα και ψύχωση. Σ’ έναν βαθμό ίσως και να ήταν αλήθεια αυτό. Με τον Λάζαρο ζούσαμε ακόμα όπως τις πρώτες μας μέρες: θέλαμε μόνο να είμαστε μαζί. Φυσικά και υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμασταν πως θέλαμε να δούμε φίλους και να διασκεδάσουμε ως το πρωί. Ειδικά εγώ που ώρες ώρες, η απομόνωση στην οικοδομή της εξοχής μου φαινόταν αδιανόητη για την ηλικία μου. Όμως, ειλικρινά ήταν λίγες αυτές οι στιγμές – και συνήθως μετά από συζητήσεις με φίλες που μεταβαλλόμουν σε έρμαιο των απόψεων τους. Το θέμα με τον Λάζαρο ήταν πως ήμασταν δυο άνθρωποι που απολάμβαναν, τόσο εγώ όσο κι εκείνος, τη μοναχικότητα μας, την παρέα με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ποτέ δεν πλήτταμε μόνοι μας, ποτέ δεν βαριόμασταν. Έτσι όταν βρεθήκαμε ήδη ξέραμε πώς μοιράζονται οι σιωπές, οι μοναχικές στιγμές, τα φλύαρα απογεύματα και όλα τα συναφή. Αυτή η ασφάλεια του να κάνεις ό, τι θέλεις και να φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό στον άλλον μας είχε κρατήσει μακριά από τον κόσμο για αρκετό καιρό. Από την άλλη όμως, συνήθως η ανάγκη για συντροφιά τροφοδοτείται και από τη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που δημιουργεί το κάθε ζευγάρι…κάποιες φορές. Εμείς περνούσαμε υπέροχα. Δεν μαλώναμε, δεν εκνευριζόμασταν, δεν θυμώναμε, δεν δίναμε σημασία σε μικροπράγματα που θα μπορούσαν να μας χαλάσουν το κέφι. Αν και …
Ένα πρωινό, Σάββατο 1η Ιουλίου συγκεκριμένα, συναντηθήκαμε γεμάτοι χαρά για να πάμε στο σπίτι. Ο Λάζαρος κάπνιζε στο αυτοκίνητο με ανοιχτό τον κλιματισμό και κλειστά τα παράθυρα και του ζήτησα να ανοίξει τα παράθυρα γιατί θα μας κοβόταν η ανάσα. Ο Λάζαρος έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Πώς βρέθηκε ξαφνικά με μια σακούλα νεροπίστολα στο κεφάλι, πώς σταματήσαμε στη μέση της Αχαρνών και ουρλιάζαμε, πώς τον κλότσησα, πώς έλεγε ότι αν μπω στο αυτοκίνητο θα φώναζε την αστυνομία δεν κατάλαβα ποτέ. Με παράτησε σύξυλη στη λεωφόρο. Πήρα ένα ταξί και πήγα στο σπίτι…μας. Περίμενα κάτω από τον ήλιο, με τον φόβο πως ίσως να είχε αλλάξει γνώμη και να μην ερχόταν. Ευτυχώς ήρθε προτού πάθω θερμοπληξία. Δεν μιλήσαμε καθόλου – δεν του έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση που με βρήκε έξω από τη πόρτα αγκαλιά με τα νεροπίστολα, τουλάχιστον έτσι έδειξε γιατί θα μπορούσα να ορκιστώ πως τον είδα να του ξεφεύγει ένα χαμόγελο όπως ανέβαινε τον δρόμο και συνειδητοποίησε πως τον περίμενα. Εκείνη την ημέρα, δεν μιλήσαμε μέχρι αργά το απόγευμα. Οι μόνες στιγμές που μου απηύθυνε τον λόγο ήταν για εντολές του τύπου «φέρε μου την τανάλια/πιάσε το σβουράκι/ μη κυνηγάς τις μέλισσες, θα σε τσιμπήσουν» και διάφορα τέτοια. Όταν τελειώσαμε τις δουλειές με πήρε αγκαλιά, μου έδωσε κάτι cds κι ένα γαλάζιο filofax που είχε κινηματογραφικά πόστερ στους σελιδοδείκτες του και, μου είπε να μην ξαναχτυπήσω τόσο δυνατά τη πόρτα της Λαμέ – έτσι είχαμε βαφτίσει το αυτοκίνητο. Case closed.
Αυτό τον καυγά θυμάμαι. Δεν χρειάστηκε να διαφωνήσουμε για κάτι άλλο. Ούτε καν για τη Τζέσικα όταν κάποια στιγμή αρρώστησε και μας χάλασε μια εκδρομή – από τις ελάχιστες που είχαμε κανονίσει. Δεν είχε εξάλλου νόημα κι εγώ θα ήμουν φριχτή σκύλα αν δημιουργούσα θέμα. Κάποιες στιγμές είχα ακούσει (κρυφακούσει είναι βέβαια το σωστό ρήμα) τον Λάζαρο να κανονίζει κάτι που τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά ακουγόταν σαν διακοπές μαζί με τη Τζέσικα. Θεώρησα όμως πως θα ήταν προτιμότερο να αφήσω τον ίδιο να μου μιλήσει όταν θα αποφάσιζε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή – ήλπιζα πως αυτή η στιγμή δεν θα ήταν το πρωινό που θα έπαιρναν το πλοίο για κάποιο νησί. Η ιδέα των χωριστών διακοπών το πρώτο κιόλας καλοκαίρι που ήμασταν μαζί με το Λάζαρο με στεναχωρούσε ιδιαίτερα αλλά, μετά το παράδειγμα των Χριστουγέννων και του Πάσχα ήμουν προετοιμασμένη ακόμα και γι’ αυτό. Δεν το ευχόμουν αλλά το περίμενα. Και συνήθως ό, τι φοβάσαι ή περιμένεις σου συμβαίνει.
Μετά ήρθε ο Δεκαπενταύγουστος, οι επεισοδιακές διακοπές, η μετακόμιση του Λάζαρου στο σπίτι μου και πέρασε το καλοκαιράκι. Α, και ο βιβλιοπώλης. Αυτόν δεν πρέπει να τον ξεχνάω.

Tuesday, March 28, 2006

Kαλοκαιρινές μέρες (α)

Ο Λάζαρος δεν έμαθε ποτέ αυτό που ήθελα να του πω εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο. Δεν υπήρχε άλλωστε λόγος: η στιγμή είχε περάσει και οι αμφιβολίες καλό είναι να μένουν κρυφές όταν χάνουν το νόημα τους.
Από εκείνη την ημέρα και για πολύ καιρό μετά υπήρξε μόνον ηρεμία. Έφυγα για τελευταία φορά για την Αγγλία. Ήταν η περίοδος των εξετάσεων. Γενικά εκείνη τη χρονιά δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από το πανεπιστήμιο: πως διάβασα, πότε ξυπνούσα τα πρωινά για να πάω στα μαθήματα, πώς συγκεντρωνόμουν την ώρα που μας έδιναν τα θέματα και απαντούσα, είναι ένα μεγάλο μυστήριο! Το ακόμη μεγαλύτερο είναι πως περνούσα τα μαθήματα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Μαζί με αυτά είχα να τακτοποιήσω και το θέμα της μετακόμισης. Μετά από δυο χρόνια συγκατοίκησης, το ντουέτο της London Road χώριζε και θα ακολουθούσαμε τους διαφορετικούς μας δρόμους. Θυμάμαι την τελευταία μας μέρα να κλαίμε και αν είμαστε αγκαλιασμένες ανάμεσα σε κούτες και αντικείμενα. Σαν τα ζευγάρια που χώριζαν και μοίραζαν τα πράγματα και τις αναμνήσεις τους. Δυο χρόνια που σ’ εμένα έλειψαν πολύ μετά. Γιατί ό,τι και αν συμβαίνει ανάμεσα στους φίλους, όσο και αν ψυχραίνονται κάποιες ώρες, τίποτε δεν μπορεί να ξεθωριάσει τα ξενύχτια τους και να λύσει τους κόμπους που με τόση δυσκολία έδεσαν την οικογένεια που έστησαν σε μια ξένη χώρα. Οι άνθρωποι πάντα θα μαλώνουν, πάντα θα απομακρύνονται αλλά δύσκολα θα ξεχνάνε. Και οι αναμνήσεις είναι ένας δεσμός παντοτινός.
Γύρισα οριστικά στην Ελλάδα για σχεδόν 4 μήνες. Χωρίς διαβατήριο και χωρίς να σκέφτομαι πως θα πρέπει να μετράω με άγχος τις ημέρες με τον Λάζαρο. Σκεφτόμουν πως μπροστά μου είχα πολύ χρόνο για καλοκαίρι, για στιγμές, για ήλιο και διακοπές μαζί του.
Το θέμα μας εκείνο το καλοκαίρι ήταν το σπίτι που έχτιζε. Πολύ πιο σύντομα και πολύ ευκολότερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς έγινε το σπίτι που χτίζαμε. Ξεκίνησα πάλι δουλειά στο γραφείο του Λάζαρου αλλά η αλήθεια είναι πως πήγαινα περίπου 2 με 3 φορές την εβδομάδα. Χρησιμοποιούσαμε τη δουλειά περισσότερο σαν πρόσχημα για να βλεπόμαστε σε καθημερινή βάση και να πηγαίνουμε στο σπίτι. Πολύ σύντομα έγινα η βοηθός του Λάζαρου σε όλες τις δουλειές. Φτιάχναμε τα ντουλάπια, βάφαμε, τρίβαμε πατώματα, σκάβαμε τον κήπο, μεταφέραμε μπάζα. Ο Λάζαρος, όπως σας έχω ξαναπεί, ήθελε κυριολεκτικά να φτιάξει το σπίτι με τα δυό του χέρια. Κι έγω ακολουθούσα. Ίδρωνα, αγκομαχούσα, πολύ συχνά βαριόμουν και ήθελα να πάω να βρω τους φίλους μου στη παραλία αλλά μέρα με την ημέρα έβλεπα αλλαγές στο σπίτι. Μικρές, πολύ μικρές αλλαγές. Κι εκεί που χτες δεν υπήρχε τίποτε, σήμερα είχε αρχίσει να φαίνεται κάτι. Με πολύ κούραση και πιασμένους μυς άρχισα να μοιράζομαι και ουσιαστικά πλέον το όνειρο του Λάζαρου. Άρχισα να διακοσμώ με τη φαντασία μου το σπίτι. Να μας σκέφτομαι να ζούμε εκεί, να περνάμε τη ζωή, τις μέρες και τις εποχές μας εκεί. Άρχισα να φαντάζομαι τα απογεύματα που θα επιστρέφαμε από τη δουλειά, τις Κυριακές που θα μας επισκέπτονταν φίλοι, τις γιορτές και τις ώρες της γαλήνης. Όσο και αν αρνείσαι να φτιάξεις τέτοιες εικόνες στο μυαλό σου, όσο και λες πως είναι κάπως άσκοπο να βλέπεις τόσο ‘μετά’ στη ζωή σου και κυρίως να δένεις το μέλλον σου με το μέλλον ενός ανθρώπου που σας χωρίζουν πολλά, μου ήταν αδύνατο να μην ονειρεύομαι. Μου ήταν αδύνατο να μην παρασύρομαι από τον Λάζαρο που μου έδειχνε που θα φτιάχν-αμε τι. Και καταλάβαινα από τον τόνο τις φωνής του πως αυτό ήθελε. Και δεν φαινόταν καθόλου μπερδεμένος: είχε αρχίσει να χτίζει το σπίτι των ονείρων του και ξαφνικά βρέθηκε να χτίζει ένα σπίτι με γνώμονα αυτό που ζούσαμε. Βρέθηκε να κουβεντιάζει με μια κοπέλα που ήξερε μόλις λίγους μήνες τη μοιρασιά στα τετραγωνικά που έβλεπε κάθε νύχτα για χρόνια στον ύπνο του. Να μου τηλεφωνεί αργά τη νύχτα για να με ρωτήσει αν θα μου άρεσε να αλλάζαμε θέση στη διαρρύθμιση ή πως θα μου φαινόταν αν δίν-αμε το τάδε σχήμα στον κήπο. Η εξήγηση σε όλο αυτό ήταν απλή: ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος που έδειχνε τον ίδιο ενθουσιασμό με τον Λάζαρο για εκείνο το σπίτι. Η οικογένεια του αδιαφορούσε πλήρως και το είχαν επισκεφτεί μόνο μια φορά, όταν ήταν ακόμα οικόπεδο. Η δε Τζέσικα , τη μια και μοναδική φορά που είχε πάει έμεινε στο αυτοκίνητο και όταν επέστρεψε ο Λάζαρος του είπε πως καλύτερα θα έκανε να το πούλαγε πριν πέσει η αξία της περιοχής.
Έτσι στο πρόσωπο μου ο Λάζαρος βρήκε κάποιον να μοιραστεί το όνειρο του. Και όχι μόνο αυτό αλλά βρήκε κάποιον που ό,τι οι άλλοι έβρισκαν περιττό και ανούσιο εγώ το έβλεπα μαγικό και πολύτιμο. Και αυτό για εκείνον έκανε όλη τη διαφορά του κόσμου. Για τον Λάζαρο ήταν μοναδικό πώς ξεχώριζα από χιλιόμετρα μακριά το σπίτι του στη πλαγιά. Για ‘μένα, ήταν εύκολο να διακρίνω το σπίτι μου.
Πριν τελειώσει ο Ιούνης, είχαμε κάνει ελάχιστα μπάνια στη θάλασσα αλλά, τα μαγιό μας ήταν κρεμασμένα στην αποθήκη του σπιτιού…μας!

Wednesday, March 22, 2006

Σαριμπίνταμ

Ο Λάζαρος επέστρεψε από τις διακοπές την ημέρα των γενεθλίων του. Αν όλα ήταν νηφάλια στο κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή, θα τον περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία για να του κάνω έκπληξη με τα δώρα που του είχα αγοράσει μέρες πριν. Δώρα που είχα ψάξει πολύ, καλύτερα από αυτά των Χριστουγέννων. Πλέον τον ήξερα και καλύτερα αλλά αυτή τη φορά είχα διαλέξει να του χαρίσω πράγματα που εγώ η ίδια ήθελα πολύ. Ήθελα να έχει ό,τι βλέπω, ό,τι λαχταράω, ό,τι δεν μπορώ χωρίς αυτό να ζήσω. Το ατυχές ήταν πως για πρώτη φορά , όταν ο Λάζαρος άνοιγε τα δώρα του δεν χαιρόμουν ούτε σταλιά με τη χαρά του.
Η απόφαση μου να χωρίσω με τον Λάζαρο φαινόταν οριστική εκείνη τη στιγμή. Και πέρα από αυτό έσερνα πίσω την απόλυτη βεβαιότητα της ορθής μου σκέψης. Βαθιά μέσα μου το ήξερα πως ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Όμως όλα κατέληγαν σε αδιέξοδο. Και για αν είμαι απόλυτα ειλικρινής, νομίζω πως το ήξερα αυτό από την αρχή. Όλοι νομίζω πως λίγο μετά τη γνωριμία μας με έναν καινούριο πρόσωπο, έστω και αν δεν το παραδεχόμαστε, ξέρουμε ήδη που θα καταλήξει η γνωριμία αυτή. Δεν ξέρω πως. Απλά το ξέρουμε. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει δράση αυτή η ανόητη (;) λαχτάρα που νιώθουμε ώρες ώρες να αντιταχθούμε στο ένστικτο μας, στη πραγματικότητα, στο πεπρωμένο, όπως θέλετε πείτε το. Η ανόητη πίστη μας πως μπορούμε να ανατρέψουμε το σκορ σε έναν αγώνα στημένο. Όμως… όμως σκεφτόμουν πως αν μπορούσα να γνωρίσω τις ζωές των ανθρώπων τριγύρω, πόσους θα έβλεπα να αγωνίζονται καθημερινά σε αυτή την άδικη αρένα; Πόσοι άνθρωποι δεν έτυχε να αγαπήσουν και μετά να δέσουν τη ζωή τους με τη μοίρα του άλλου, όποια και αν ήταν αυτή; Πόσοι δεν διάλεξαν τη σιωπή από την ελευθερία; Και φαντάζομαι πως αν διαλέξεις να μοχθείς μια ολόκληρη ζωή γι’ αυτόν ή αυτήν που σε ‘ξελόγιασε’, η δύναμη σου δεν συγκρίνεται με εκείνη όσων έσπασαν τα δεσμά τους. Βλακεία; Αδυναμία; Δειλία; Ανασφάλεια; Ποιος να πει και ποιος να κρίνει; Στον έρωτα δυστυχώς δεν υπάρχουν κριτήρια και στατιστικές. Μόνο γνώμες και παραδείγματα. Και ένα πράγμα σας λέω και σας υπογράφω: όποια γνώμη και αν ακούσετε, όποιο παράδειγμα κι αν καρφώσετε στο μυαλό σας, τη στιγμή που θα πρέπει να πάρετε την απόφαση, το στόμα σας θα μιλήσει από μόνο του. Και θα πει αυτό που έχει αποφασιστεί ερήμην σας από καιρό.

Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας ήμουν σε μια φίλη μου για καφέ. Ήταν και το αγόρι της εκεί. Κουβεντιάζαμε για τον Λάζαρο και ο φίλος της μίλησε αρκετά άσχημα για εκείνον όταν άκουγε λεπτομέρειες για τη Τζέσσικα. Τώρα που τα βλέπω από μακριά, αντιλαμβάνομαι πως εκείνη την εποχή ακόμα, δεν αγαπούσα πραγματικά τον Λάζαρο. Ήμουν παρασυρμένη από το πάθος και έλεγα μεγάλες κουβέντες. Δυστυχώς όμως, προσπαθούσα να αντιστοιχίσω το συναίσθημα στα λόγια και όχι το αντίθετο. Το σκέφτομαι αυτό γιατί επέτρεψα σε έναν άγνωστο να προσβάλλει τον Λάζαρο και τη ζωή μου. Και το χειρότερο ήταν πως δεν είχα περιθώρια να θυμώσω γιατί εγώ η ίδια μας εξέθεσα και τους δυο. Εκείνη τη στιγμή όμως, το παράπονο μου για τον Λάζαρο μεγάλωνε. Παράπονο και θυμός μαζί που φούντωσε ακόμα περισσότερο όταν την στιγμή που έφευγα η φίλη μου είπε: «Εσύ ξέρεις καλά τι πρέπει να κάνεις. Εγώ θέλω πίσω τη φιλενάδα μου». Μάλλον θα είχα τα χάλια μου εκείνο το μεσημέρι.

Βρεθήκαμε με τον Λάζαρο σ’ ένα ξενοδοχείο και το σχέδιο (του Λάζαρου) ήταν να περάσουμε μαζί τη βραδιά. Μόλις με είδε, μ’ έσφιξε τόσο δυνατά όσο και τη πρώτη φορά που με είδε στο Heathrow. Η αγκαλιά που δεν έπαψα ποτέ να θυμάμαι. Κάτι μου ψιθύρισε στο αυτί έτσι όπως με κρατούσε. Δεν άκουσα. Στο κεφάλι μου οχλαγωγία από φωνές και σκέψεις, στη καρδιά μου πόλεμος αυτού που ήθελα με αυτό που μου αντιστοιχούσε και στο λαιμό μου, αγωνία για να στείλω εκείνο τον κόμπο που μου μπλόκαρε την ανάσα κατευθείαν στο στομάχι μου.
Μείναμε για λίγο έτσι. Να μου ψιθυρίζει και να με φιλάει στα μαλλιά. Θυμάμαι πως είχαν παραλύσει τα πόδια μου. Υποθέτω πως του είπα οτι ήθελα να του μιλήσω γιατί με τράβηξε στο κρεβάτι και μου είπε «πες μου ό,τι θες, Σουζάκι μου»
Πριν προλάβω να πάρω βαθιά ανάσα και να κλείσω τα μάτια προκειμένου να βρώ από κάπου δύναμη και να μιλήσω, χτύπησε το τηλέφωνο του Λάζαρου. Στην αρχή δεν απαντούσε αλλά κάποιος καλούσε επίμονα. Ήταν περίπου 10 το βράδυ και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν μια πολύ γνωστή, εν αποστρατεία πλέον, τραγουδίστρια που είχε βρει το τηλέφωνο από κάποιον γνωστό γνωστού και ήθελε τις συμβουλές του Λάζαρου για ένα εξοχικό σπίτι που σκεφτόταν να χτίσει. Ο πιο απίθανος άνθρωπος την πιο απίθανη στιγμή! Το τηλεφώνημα διήρκεσε περίπου 2 ώρες! Ο Λάζαρος προσπάθησε πολλές φορές να κλείσει αλλά η ακατάσχετη λογοδιάρροια της κυρίας τόσο για τις όψεις του σπιτιού όσο και για τη καριέρα της, δεν το επέτρεπε.
Όση ώρα μιλούσαν, εγώ είχα ξεμείνει στην αγκαλιά του Λάζαρου. Αυτός να με χαϊδεύει κι εγώ να κρατιέμαι από το σώμα του σαν να έσφιγγα το κλαδί που με χωρίζει από το κενό. Έτσι όπως ζωγράφιζε πρόχειρα αυτά που του περιέγραφε πως ήθελε η κυρία τάδε, μου έδωσε ένα χαρτάκι που έγραφε «… στη καρδιά μου έχεις μπει, σαν ήλιος σταυροφόρος με ολόλαμπρη στολή». Ήταν ο στίχος από ένα τραγούδι της Νένας Βενετσάνου που τραγουδούσε η Πρωτοψάλτη. Ήταν από τα τραγούδια που ακούσαμε τις πρώτες μέρες της γνωριμίας μας.
Κι ξαφνικά όλα σιώπησαν μέσα μου. Ησυχία. Αυτή η ησυχία που κάνει όταν χιονίζει: η ησυχία που στρώνει ελπίδα. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή αγάπησα τον Λάζαρο. Γιατί ούτε για εκείνον ήταν τίποτα εύκολο αλλά δεν έπαυε να με κρατάει σφιχτά. Τελικά στον έρωτα ίσως να μην έχουν καμία αξία οι αποφάσεις. Ίσως να μετράνε μόνο οι κοινές αποφάσεις. Και σε αυτό το δίωρο που μου εξαγόρασε εν αγνοία της εκείνη η θλιμμένη φωνή, σκέφτηκα πως αν είναι τελικά να παλέψουμε την πραγματικότητα καλύτερα να το κάνουμε αγκαλιασμένοι. Και ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται.
Του απάντησα στο ίδιο χαρτάκι «…ταιριάζεις με τ’ αστέρια και τα γιασεμιά» και κόλλησα πιο σφιχτά πάνω του.

Thursday, March 09, 2006

Girl in the mirror

"Mην ανησυχείς Σουζάκι μου, έρχομαι να σε βρω".

Έκλεισε η γραμμή και ο τελευταίος ήχος που θυμάμαι ήταν αυτός της μηχανής του αυτοκινήτου που έπαιρνε μπρος. Βγήκα αμέσως στο μπαλκόνι και κοίταξα μήπως ήταν ήδη κάτω από το σπίτι. Έτσι ασυναίσθητα, χωρίς λογική. Έμεινα εκεί για λίγα λεπτά, όσο να στεγνώσουν τα μάτια μου και να χαλαρώσω. Για λίγες στιγμές, φούσκωσα από ευτυχία στη σκέψη πως ερχόταν. Η σκέψη πως παρατούσε τα πάντα για χατήρι μου μ' έκανε να νιώσω πολύτιμη. Η ιδέα πως αποφάσισε ότι ήταν καιρός πλέον να σταματήσει το θέατρο και ν' αντιμετωπίσει τη πραγματικότητα μ' έκανε να νιώσω περήφανη για εκείνον. Αναδρομικά σκέφτομαι εκείνη τη στιγμή και βλέπω πως έμοιαζα με τον Χάρυ Πότερ όταν ανακάλυψε πως έχει ένα νονό που τον αγαπάει και θέλει να τον πάρει να ζήσουν μαζί. Ο Χάρυ για λίγη ώρα φανταζόταν πόσο ευτυχισμένη θα ήταν η υπόλοιπη ζωή του. Έτσι ήμουν κι εγώ. Σκέψεις και εικόνες σάρωναν το μυαλό μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όχι άλλο κρυφτό, όχι άλλες μοναχικές βραδυές, όχι άλλοι περιορισμοί, όχι άλλες αμφιβολίες. Μόνο περηφάνια και ανεμπόδιστα σχέδια για το κοινό μας μέλλον.
O Λάζαρος όμως λίγο πριν το Βόλο είχε κάνει στροφή κι επέστρεφε στους φίλους του στο Πήλιο. Ίσως και ποτέ να μην είχε ξεκινήσει, δεν ξέρω. Το παράπονο μου εκείνη τη στιγμή θόλωνε τη κρίση μου και την αξιοπιστία του. "Δεν μπορώ" μου είπε.
Κι έμεινα όπως και ο Χάρυ: μόνη και απελπισμένη.
Ήταν η πρώτη φορά - και δυστυχώς όχι και η τελευταία - που αυτή η σχέση με έκανε να αμφιβάλλω τόσο πολύ για τον εαυτό μου. Δεν πέρασε πολύ ώρα για να συνειδητοποιήσω πως δεν ήταν αρκετό το να είμαι θυμωμένη με τον Λάζαρο που τελικά δεν ήρθε. Η αδυναμία του να σπάσει τους αρμούς με το παρελθόν του δεν ήταν τόσο σημαντικός λόγος για να είμαι έξαλλη. Πέρα και πάνω από όλα αυτά είχα εξαγριωθεί με τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν μπορούσα να συλλάβω τη μεγαλειώδη αδυναμία μου: την προσδοκία μου. Την ανυπόστατη αισιοδοξία πως ο χρόνος είναι μια έννοια συμβατική και οι σχέσεις που δημιουργεί δεν είναι πια και τόσο δύσκολο να αλλάξουν όταν εμφανιστούν νέα δεδομένα. Η κουτή αυτοπεποίθηση μου με είχε οδηγήσει να πιστεύω πως ήξερα πολύ καλά, όχι μόνο τον Λάζαρο αλλά και όσα χρειαζόταν να ξέρω για τη σχέση του με τη Τζέσσικα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ελπίζω - μάταια- πως θα μπορούσα τόσο γρήορα και εύκολα να την ανατρέψω. Αυτό όμως δεν ήταν το χειρότερο.
Με την απαράδεκτη συμπεριφορά μου είχα αναγκάσει τον Λάζαρο έστω και για λίγη ώρα, να πάρει θέση σε ένα δίλημμα. Με κλάμμα και υστερία τον είχα εξωθήσει σε κινήσεις σπασμωδικές. Αισθανόμουν σαν κωλόπαιδο και όχι άδικα. Ίσως να έφταιγε η ηλικία, ίσως η μοναξιά των ημερών, ίσως το πάθος μου γι' αυτόν τον άνθρωπο που ώρες ώρες ήταν εκτός ελέγχου. Ό,τι κι αν ήταν δεν μπορούσα εκείνη τη στιγμή να καταλάβω πως όταν θέτεις στους ανθρώπους διλήμματα το πιο πιθανό είναι αργά ή γρήγορα να σε μισούσαν γιατί έσπρωξες τη ζωή τους σε μια κατεύθυνση που ίσως και να μην έπρεπε ποτέ να πάρουν. Με το μαχαίρι στο λαιμό κανένας δεν μπορεί να αποφασίσει κι έτσι καταλύεται και η βάση που πρέπει όλοι να βάζουμε στις σχέσεις μας: η ελευθερία. Η ελευθερία να διαλέξουμε ανάμεσα στο ψέμμα και την αλήθεια, την υποταγή και την επανάσταση, τον έρωτα και τη σύμβαση. Εγώ σε καμία περίπτωση, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, δεν μπορούσα να θέσω τέτοια διλήμματα. Με έπνιγε το παράπονο και η ρημάδα απορία "αφού με αγαπάει γιατί δεν είναι εδώ;". Πέρα από αυτό όμως τελικά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Και η σιωπή είναι μια κατάκτηση που έρχεται με τα χρόνια. Σε 23 χρόνια δεν προλαβαίνεις να τη βάλεις στη φαρέτρα σου.
Οι επόμενες μέρες με έβαλαν σε σκέψεις. Σκέψεις για τον εαυτό μου, για τον Λάζαρο, για το τι μας φύλαγε το μέλλον και πως μπορούσε αυτή η ζωή να μας αλλάξει. Αν ήταν να αλλάξουμε θα έπρεπε να είναι προς το καλύτερο. Κι εκείνη τη στιγμή, όλα έδειχναν το αντίθετο. Ίσως να βοήθησε λίγο κι εκείνος ο χαμός που ρήμαζε τα πάντα μέσα μου εκείνη τη στιγμή όμως, αποφάσισα πως όταν επέστρεφε ο Λάζαρος από τις διακοπές θα χωρίζαμε.
Η απόφαση μου εκείνη τη στιγμή φαινόταν λογική - αν υπάρχει ποτέ λογική σ' ένα μυαλό άδειο. Εκείνες τις ώρες όμως δεν ήξερα πως έπαιρνα μια απόφαση που αφορούσε τρείς αλλά ένα τέταρτο πρόσωπο θα ανέτρεπε ξανά τις ισορροπίες.

Wednesday, March 01, 2006

Η Μεγάλη Εβδομάδα

Φεύγοντας ο Λάζαρος άφησε ένα σημείωμα στο γραφείο: «Σε 10 μέρες στο Ελληνικό, αγάπη μου».
Κι έτσι έγινε.

Επέστρεφα για τις διακοπές του Πάσχα με την προσδοκία που έχουν όλοι οι φρεσκοερωτευμένοι: αυτές θα ήταν οι ωραιότερες διακοπές της ζωής μου. Κι έτσι φαινόταν πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Ήμασταν μαζί, χαρούμενοι, τρελλά ερωτευμένοι και γελαστοί. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες πια και είχαμε εξοικειωθεί με τις συνήθειες και τις ιδιοτροπίες μας. Ιδίως μετά τον Φεβρουάριο, ήταν φανερό πως είχαμε μάθει πολλά ο ένας για τον άλλον. Πολλά. Όχι αρκετά.

Οι μέρες κυλούσαν υπέροχα. Κάναμε πολύ συχνές βόλτες στο σπίτι που έχτιζε ο Λάζαρος στα προάστια Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω αυτό που αρχικά απέφευγα: το σπίτι ήταν μια πραγματικότητα και αργά ή γρήγορα θα ολοκληρωνόταν. Όσο και αν δεν ήθελα να σκέφτομαι πως θα επηρέαζε η απόσταση τη σχέση μας, δεν μπορούσα να μην αναγνωρίσω το πάθος του Λάζαρου γι’ αυτό το σπίτι. Ήταν το όνειρο της ζωής του. Κάποια στιγμή μου είχε πει: «Το αγαπώ τόσο πολύ που όταν τελειώσει, ίσως να το γκρεμίσω και να το ξαναφτιάξω από την αρχή. Έτσι θα το φτιάχνω μια ζωή». Δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω αυτό το πάθος. Και δεν άργησε πολύ μέχρι να γίνει και δικό μου πάθος η κατασκευή αυτού του σπιτιού. Έτσι αρχίσαμε να πηγαίνουμε όλο και πιο συχνά. Αν σας πω ότι το διασκέδαζα πάντα, θα είναι ψέμα. Ο Λάζαρος σχεδίαζε κι εγώ έκοβα βόλτες σε ένα γιαπί, άλλοτε παίζοντας με νεροπίστολα και άλλοτε διώχνοντας τις μέλισσες από τις γωνιές που έχτιζαν φωλιές. Δεν ήταν, μάλιστα, λίγες οι φορές που σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να είμαι με τις φίλες μου και να κάνω βόλτες ή να κουβεντιάζουμε – είχα πλέον αρχίσει να ξαναβρίσκω τις παλιές μου παρέες. Την ίδια όμως στιγμή μάλωνα τον εαυτό μου γιατί σκεφτόμουν πως ήταν μια μοναδική ευτυχία να μοιράζομαι με τον άνθρωπο που λατρεύω την πραγμάτωση των ονείρων του. Έστω και αν δεν συμμετείχα ενεργά εκείνη τη στιγμή. Φρόντιζα για το ακμαίο ηθικό της ‘ομάδας’ και αυτό το θεωρούσα ιδιαίτερα μεγάλη ευθύνη.

Παράλληλα, σχεδίαζα τις πασχαλινές μας διακοπές. Το μυαλό μου χόρταινε από εικόνες μου μαζί του. Όχι τόσο από μέρη, όσο από το πώς θα ήμασταν μαζί. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα σχεδίαζα στο κεφάλι μου.
Λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, ο Λάζαρος μου ανακοίνωσε πως θα πήγαινε για τις γιορτές στο Πήλιο με τη Τζέσικα. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη εκείνες τις μέρες που σχεδόν είχα ξεχάσει τη Τζέσικα. Και μαζί με αυτό είχα παραβλέψει πως ο Λάζαρος άλλαζε θέμα κάθε φορά που κουβέντιαζα για τις διακοπές.
Ήταν σα να ξαναζούσα το σίριαλ των ημερών των Χριστουγέννων με εξωτερικά γυρίσματα στο Πήλιο! Είχα στενοχωρηθεί πολύ. Πάρα πολύ. Το ένα βράδυ κοιμόμασταν αγκαλιά και μου τραγουδούσε λόγια από ένα βιβλίο με στίχους του Γκάτσου και το επόμενο μεσημέρι έφευγε με τη Τζέσικα και τους φίλους τους. Αυτή τη φορά, δεν είχε σημασία να κλάψω ή να του ζητήσω να αλλάξει τα σχέδια του. Ούτε αυτό δεν έκανα. Ήξερα πως δεν θα κέρδιζα τίποτε πέρα από άλλο ένα καυγά. Δεν είχα αποκτήσει ακόμα ανοσία στις συζητήσεις για τη Τζέσικα, με αποτέλεσμα ακόμα και μανιφέστα του τύπου «δεν έχω τίποτε με τη Τζέσικα/ είμαστε απλά αγαπημένοι φίλοι/ δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακόμα γιατί δεν της λέω για ‘σένα κλπ κλπ» με στεναχωρούσαν βαθιά. Ίσως και να με θύμωναν στο βαθμό που ένιωθα πως προκαλεί τον αυτοσεβασμό μου. Είχα κάνει όμως τον συμβιβασμό μου πολύ καιρό πριν: είχα αφήσει τον Λάζαρο να φέρει και τη Τζέσικα στη σχέση μας και κανενός είδους επανάσταση δεν θα ανέτρεπε αυτή την ιστορική συνθηκολόγηση.

Ο Λάζαρος κατάλαβε πόσο στεναχωρημένη ήμουν – και πιθανότατα σε ένα βαθμό να αισθανόταν άσχημα. Μου τηλεφωνούσε συχνά και με καθησύχαζε υπόσχοντας μου υπέροχες καλοκαιρινές διακοπές. Θα σας ακουστεί τραγικά αφελές αλλά το πίστευα κι έβαζα μπρος την ονειρομηχανή φαντασιώνοντας ακρογιαλιές – δειλινά. Άλλες φορές όμως μου ήταν δύσκολο να ξορκίσω τη θλίψη των περιστάσεων με όνειρα καλοκαιρινής νύχτας.
Το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι με είχε πιάσει το Μεγάλο Παράπονο. (Για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, οι γονείς μου δεν είχαν φύγει για το εξοχικό μας γιατί νόμιζαν πως εγώ θα έλειπα κι έτσι προτίμησαν να μείνουν στη πόλη. Όλοι μου οι φίλοι είχαν φύγει όμως κι εγώ είχα ξεμείνει να προσπαθώ να εξηγήσω στην οικογένεια μου την απέραντη θλίψη μου και τα ανεξήγητα κόκκινα μάγουλα μου από το κλάμα). Είχα περάσει το υποτιθέμενο καλύτερο Πάσχα της ζωής μου βουτηγμένη στην απαισιοδοξία και στα ερωτηματικά. Μετέωρη σε μια αγωνία για τον αγώνα προτεραιότητας. Λόγια που ο Λάζαρος δεν άκουγε αλλά, κάποια στιγμή έδειξε να καταλαβαίνει.
«Μην ανησυχείς, Σουζάκι μου...», μου είπε κλαίγοντας εκείνο το Σάββατο κι έκλεισε η γραμμή.

Saturday, February 25, 2006

No 2 London Rd, part II

Η δεύτερη επίσκεψη του Λάζαρου ήταν σαφέστατα πιο περιπετειώδης. Η συγκάτοικος μου όχι μόνο δεν έφυγε από το σπίτι για εκείνες τις λίγες μέρες αλλά, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να παρατείνει το δυσάρεστο κλίμα που προυπήρχε: δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ στα μαθήματα της με αποτέλεσμα να είναι συνεχώς στο σπίτι. Καλούσε διαρκώς τις άλλες δυο φίλες της και έτρωγαν μακαρόνια με πέστο, έβαφαν τα μαλλιά τους και έριχναν τα χαρτιά. Έκαναν φασαρία έως τα ξημερώματα και το μόνο τους πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσαν να μας σχολιάσουν φωναχτά. Ο Λάζαρος τους είχε μαγειρέψει και ήταν ιδιαίτερα ευγενής μαζί τους. Ίσως αυτό και να τις εκνεύριζε. Η μόνη πραγματικά σημαντική αφορμή για σχόλια που έδωσε ήταν όταν ένα βράδυ μας έφερε από το βίντεο κλαμπ το «Θεώρημα» του Παζολίνι. Τα κορίτσια το είδαν σαν μια έμμεση προσπάθεια να τις αποκαλέσει ηλίθιες. Γι’ αυτό και τα σχόλια που αφορούσαν την ταινία ήταν ευθέως προσβλητικά για τον Λάζαρο. Στη πραγματικότητα, το μόνο που ήθελε ο Λάζαρος ήταν να μου δείξει την αγαπημένη του ταινία. Αυτό και τίποτε άλλο. Κι αν αυτό συνεπάγετο τη συγκεκριμένη στιγμή τα σχόλια των κοριτσιών, δεν άλλαζε σε τίποτε το σκοπό και τη διάθεση.

Ο Λάζαρος στην Αγγλία. Ξανά. Λίγο πριν τις διακοπές του Πάσχα. Λίγο πριν αντικρύσουμε αληθινά τον γκρεμό για πρώτη φορά. Τον κοίταζα όπως περπατούσαμε με χέρια σφιχτά μπλεγμένα στο Λονδίνο και δεν πίστευα πόσο πολύ τον αγαπούσα. Δεν πίστευα πως η επιθυμία του να με δει ήταν τόσο μεγάλη ώστε παράτησε τις υποχρεώσεις του στην Αθήνα.
Πρέπει επίσης να σας πω, ότι είχαμε πλέον και οι δυο παραλάβει τους πρώτους λογαριασμούς των τηλεφώνων μας! Τα ποσά ήταν αστρονομικά και για τις δυο πλευρές. Για τον Λάζαρο ίσως και παραπάνω. Χαρακτηριστικό ήταν το μήνυμα που μου έστειλε στο κινητό όταν έλαβε τον πρώτο λογαριασμό: « Ένα πουλάκι είναι στο παράθυρο και μου χτυπάει ελαφρά το τζάμι. Νομίζω πως λέγεται Κορυδαλλός!». Η συγκάτοικος μου, ζήτησε από την αγγλική τηλεφωνική εταιρεία τη διακοπή των εξερχόμενων κλήσεων της προσωπικής μου γραμμής (ήταν βλέπετε στο όνομα της). Μπορούσα μόνο να καλώ μέσω καρτών. «Για το καλό σου το κάνω» μου είχε πει. Όντως αυτή η κίνηση απέτρεψε τα χειρότερα. Αν και δεν έπαψα ποτέ να πιστεύω πως ήταν μια αδιανόητα καταπιεστική –ευγενικά το θέτω- κίνηση.

Η δεύτερη φορά του Λάζαρου στην Αγγλία δεν διέφερε πολύ από την πρώτη. Είχαμε την ίδια φρεσκάδα, την ίδια τρέλα, την ίδια λαχτάρα να αναπνεύσουμε ο ένας με το οξυγόνο του άλλου. Τα βράδια το σκάγαμε από το παράθυρο του δωματίου μου και ανεβαίναμε κρυφά από τη συγκάτοικο και τις φίλες της στο πάνω διαμέρισμα που ήταν ακατοίκητο και κοιμόμασταν εκεί. Έτσι, με πολύ διακριτικούς θορύβους τους ενισχύαμε την αφελή εντύπωση πως το πάνω διαμέρισμα ήταν στοιχειωμένο (έτσι μας είχε πει ένας ηλεκτρολόγος) κι επιπλέον ακόμα και όταν εμείς δεν κάναμε φασαρία, εκείνες ήταν αναγκασμένες να ζουν με την αγωνία πως από στιγμή σε στιγμή θα μπαίναμε στο σαλόνι και θα καθόμασταν μαζί τους ενοχλώντας τη χαρτομαντεία και τις κουβέντες τους.
Οι μέρες που έμεινε ήταν λίγες. Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες. Δεν θυμάμαι καν να τον αποχαιρετώ στο αεροδρόμιο. Θυμάμαι πως το βράδυ που έφυγε κλείστηκα για πολύ ώρα στη κουζίνα και καθάρισα μέχρι και το σετ του μπαρμπεκιου που δεν είχαμε ποτέ χρησιμοποιήσει. Δεν θυμάμαι να είχα κλάψει. Μάλλον ήμουν χαρούμενη γιατί μου είχε πει πως θα ήθελε πολύ να με παντρεύοταν. Kαι αυτή είναι πάντα μια ευχάριστη δήλωση.

Sunday, February 19, 2006

Frenemies

Oι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες. Μερικές μέρες, μάλιστα, ήταν εξαιρετικά δύσκολες.
Στο σπίτι η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστη. Ξυπνούσα το πρωί και αφουγκραζόμουν τους θορύβους για να δω αν ξύπνησαν η συγκάτοικος μου και η μητέρα της. Αν άκουγα ησυχία, σηκωνόμουν βιαστικά και μέσα σε λίγα λεπτά είχα ήδη φύγει από το σπίτι. Άλλοτε δεν έβγαινα από το δωμάτιο μου αν δεν έφευγαν εκείνες πρώτα. Τα βράδυα τα περνούσα κλεισμένη στο δωμάτιο, πολλές φορές πνιγμένη από την ίδια την πίκρα του σπιτιού. Μιλούσαμε πολύ λίγο πια και πολλές φορές η μητέαρ της συγκατοίκου μου, με το άλλοθι της ηλικίας και της γνώσης που σέρνουν πίσω τους τα χρόνια, μου μιλούσε για τον Λάζαρο με λόγια υποτιμητικά. Με ‘συμβούλευε’ για τους λάθος χειρισμούς μου και τη ζωή μου που ήταν πολύ νωρίς να καταστρέψω. Δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να αναχαιτίσεις μια γυναίκα που πιστεύει πως στη ζωή μας υπάρχουν μόνο δυο ρόλοι: αυτού που εκμεταλλεύεται και αυτού που τον εκμεταλλεύονται. «Η αγάπη και η τρυφερότητα είναι συναισθήματα που φθίνουν γρηγορότερα απ’όσο θέλουμε. Γι’ αυτό καλό είναι να είμαστε στην μεριά των κερδισμένων» έλεγε. Όλες αυτές οι κουβέντες ξεπερνούσαν τα όρια πολλές φορές. Όλα λέγονταν ‘με το γάντι’. Δυστυχώς όμως δεν χρησιμοποιούσαν γάντια όταν δεν ήμουν παρούσα. Και δεν θεωρούσαν απαραίτητο να μιλούν πάντα διακριτικά.
Στον Λάζαρο έλεγα ψέματα πως όλα ήταν μια χαρά. Του έλεγα πως βγαίναμε βόλτες και έμενα μόνη στο σπίτι. Του έλεγα πως πηγαίναμε σινεμά όλοι μαζί κι ας ήμουν συνήθως μόνη. Ψέματα πολλά. Ήταν όμως τα πιο ευχάριστα της ζωής μου. Ο Λάζαρος με αγαπούσε πολύ κι αυτό το γνώριζα. Δεν έβρισκα λοιπόν ένα σοβαρό λόγο γιατί θα έπρεπε να τον επιβαρύνω με τα δικά μου προβλήματα, τουλάχιστον στο βαθμό που μπορούσα να τα διαχειριστώ. Όσες φορές και αν το αρνήθηκα, ήξερα πάντα πως εγώ με τον Λάζαρο είχαμε πολλά εμπόδια μπροστά μας – αν και ομολογώ πως η παρούσα κατάσταση στο σπίτι ήταν κάτι αδιανόητο. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούσα καθήκον μου να κρύβω τις πληγές και να κρατώ μυστικές τις μάχες μου. Κι ας φαινόταν πως όλα έρχονται εύκολα στη ζωή μου. Κι ας φαίνονταν όλα απλά και άδικα σε σύγκριση με τους αγώνες των άλλων. Εγώ ήξερα και αυτό είχε σημασία.
Η μαμά της συγκατοίκου μου έμεινε μαζί μας 20 μέρες. Αρκετό διάστημα για να αποξενωθούμε με τη φίλη μου. Λίγες μέρες μετά ήταν προγραμματισμένο να έρθει ο αρραβωνιαστικός της. Ένα ταξίδι που σχεδίαζαν μήνες κι εκείνη το περίμενε με απερίγραπτη χαρά. Σαν το τελευταίο πράγμα στον κόσμο. Δυστυχώς, όμως 5 μέρες νωρίτερα της ανακοίνωσε πως είχε πολύ δουλειά και δεν θα μπορούσε να μας επισκεφτεί τελικά. Έκλαιγε δυο ολόκληρες μέρες.
Την Τρίτη μέρα, δεν έκλαιγε αλλά δεν ήταν και πολύ καλύτερα. Η κακή διάθεση και τα νεύρα της επιδεινώθηκαν όταν το μεσημέρι, την ώρα που έτρωγε σ’ ένα εστιατόριο με τις κατά συνθήκη φιλενάδες της, γεμάτη χαρά την πλησίασα και της είπα πως την μεθεπόμενη το βράδυ, κι αφού ακυρώθηκε το ταξίδι του αρραβωνιαστικού της, θα ερχόταν ο Λάζαρος για λίγες μέρες!
Της πήρε μερικά δευτερόλεπτα να βρει ξανά τη μιλιά της (και το χρώμα της). «Να ξέρεις πως αυτή τη φορά δεν θα φύγω από το σπίτι», μου γάβγισε και σηκώθηκε από το τραπέζι.

Wednesday, February 08, 2006

Οι πικροδάφνες

Κι ενώ αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, στην Αγγλία η συγκάτοικος μου ζούσε σε έναν πανικό. Είχαν στείλει ειδοποίηση από το μεσιτικό γραφείο που νοικιάζαμε το σπίτι ότι, 2 καλοκαιρινά ενοίκια της προηγούμενης χρονιάς -που είχα αναλάβει να πληρώσω εγώ- εκκρεμούσαν γιατί δεν εκκαθαρίστηκαν οι επιταγές. Έπρεπε να πληρωθούν άμεσα. Η συγκάτοικος μου -με την οποία μέχρι λίγο καιρό πριν ήμασταν παραπάνω από αδελφές- τηλεφώνησε έξαλλη μαζί μου (και όχι με το γραφείο που το θυμήθηκε 6 μήνες αργότερα). Στο τηλέφωνο δεν παρέλειψε να συμπληρώσει πόσο απογοητευμένη ήταν από τη σχέση μας τον τελευταίο καιρό που δεν θύμιζε σε τίποτε την οικογενειακή ατμόσφαιρα της πρώτης μας χρονιάς αφού ήμουν πλέον απασχολημένη διαρκώς με τον Λάζαρο κι εκείνη ήταν αναγκασμένη να κάνει καινούριες φίλες. Όταν δε, της δήλωσα πως θα παρέμενα στην Αθήνα μια εβδομάδα παραπάνω απ' ότι είχα αρχικά προγραμματίσει μου έκλεισε το τηλέφωνο προειδοποιόντας με πως θα το φάω το κεφάλι μου.
Την επόμενη μέρα της έστειλα τα χρήματα αλλά όπως είχε ήδη αποδειχτεί το πρόβλημα ήταν ο Λάζαρος και όχι τα ενοίκια. Σχεδόν απογοητεύτηκε που έστειλα αμέσως τα χρήματα. Σα να της στερούσα το βασικό της λόγο για καυγά. Ίσως καυγάς να μην είναι η σωστή λέξη. Ένιωθα το παράπονο της. Αισθανόταν παραγκωνισμένη εξαιτίας των ωρών που περνούσα στο τηλέφωνο με τον Λάζαρο. Ίσως κι εξαιτίας της προτεραιότητας που του είχα παραχωρήσει στη ζωή μου. Δεν πήγαινα σε μέρη που δεν είχε σήμα το κινητό μου, δεν έβγαινα τόσο όσο παλαιότερα γιατί προτιμούσα να μείνω σπίτι και να μιλήσω με τον Λάζαρο. Στην ίδια ακριβώς υπερβολή είχε ζήσει κι εκείνη πριν μερικά χρόνια όταν γνώρισε τον τότε αρραβωνιαστικό της. Αλλά το είχε ξεχάσει.
Ήταν λίγο άδικο. Ειδικά αφού ήξερε πόσο πολύ την αγαπούσα. Και η ιδέα να έχουμε την ίδια κατάληξη που είχαν όλοι οι φοιτητές-συγκάτοικοι του εξωτερικού (δηλαδή να τσακωθούμε και να μην ξαναμιλήσουμε ποτέ) ήταν αφόρητη. Όπως αφόρητη ήταν και η προοπτική πως θα επέστρεφα και στο σπίτι θα ήταν και η μητέρα της. Η κα Όλγα που με είχε σαν κόρη της. Όπως ήταν φυσικό, σε περιπτώσεις που στεναχωριέται η μοναχοκόρη σου δεν υπάρχει χώρος για "σαν" στη ζωή σου. Ήξερα πως η κατάσταση θα ήταν λίγο δυσάρεστη στο σπίτι. Όχι καυγάδες και φωνές αλλά ούτε ήθελα κανένας να μου κάνει κήρυγμα για το πως θα διαχειριζόμουν τις προσωπικές μου σχέσεις. Το χειρότερο όμως ήταν πως από τις τύψεις που θα είχα για τα παράπονα της συγκατοίκου μου θα ανεχόμουν οποιαδήποτε , ακόμα και παράλογη, απαίτηση της (σας έχω ήδη ξεκαθαρίσει πως υπήρξα(;) εξαιρετικά ενοχικός άνθρωπος). Δεν έπεσα και πολύ έξω - αν και δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα παράλογη. Ήθελε μόνο να επαληθεύσει πως δεν είχε χάσει την καλύτερη της φίλη.

Στην Αθήνα το κλίμα είχε βαρύνει κάπως. Όχι λόγω καυγάδων. Μετά την τελευταία φασαρία, δεν ξανατσακωθήκαμε με τον Λάζαρο. Απλά πλησίαζαν οι μέρες που θα γύριζα στην Αγγλία. Μέσα σε όλα, ο Λάζαρος ανησυχούσε για το τι θα αντιμετώπιζα όταν επέστρεφα σπίτι. Μέχρι που σκέφτηκε να έρθει μαζί μου στην Αγγλία. Μπορεί να μην ήμουν η μοναχοκόρη του αλλά υπήρξαν αναρίθμητες στιγμές που ένιωθα η μονάκριβη του.
Το προηγούμενο βράδυ της αναχώρησης μου έπρεπε να συνοδέψει τη Τζέσσικα σε μια κοινωνική εκδήλωση. Ήμουν τόσο στεναχωρημένη που έφευγα και χώρος στη καρδιά μου για ζήλεια δεν υπήρχε. Εκείνο το βράδυ, ξάπλωσα στο κρεβάτι μόνη μου και σκεφτόμουν πως ίσως να υπέμενα άλλες 10 Τζέσσικες προκειμένου να τον έχω στο πλάι μου. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η αβάσταχτη λύπη σε κάνει από τη μια στιγμή στην άλλη μεγαλόψυχη. Ψέμματα; Ψέμματα. Αυτό που δεν αλλάζεις με πράξεις, δεν γίνεται να το αλλάξεις με σκέψεις. Και ό,τι φαίνεται απλό τη νύχτα, θα γίνει ξανά κουβάρι μια άλλη στιγμή που θα νυχτώσει.

Ήταν η πρώτη φορά που αποχαιρετηθήκαμε και δεν κλάψαμε. Τι να πούμε; Τι θα κερδίζαμε; Πάλι χωρίζαμε και αυτή τη φορά ήταν πιο δύσκολο από τις προηγούμενες. Δεν θυμάμαι τι είπαμε. Δεν θυμάμαι καν αν αγκαλιαστήκαμε. Θυμάμαι πως μπήκα στο αεροπλάνο και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Οξυγόνο πουθενά. Φόρεσα τα γυαλιά μου κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Δεν μ'ενδιέφερε ποιός μ' έβλεπε και ποιός σχολίαζε. Ας με νόμιζαν δυστυχισμένη. Εκείνη τη στιγμή ήμουν πράγματι δυστυχισμένη. Κι ας ήξερα πως η ευτυχία ήταν 18 μέρες μακριά. Δε μ' ένοιαζε.
Κράτησα τα μάτια μου κλειστά. Δεν είχα που ν' αφήσω τη ματιά μου. Ένιωθα εξαντλημένη.
Όταν ξύπνησα, είχαμε προσγειωθεί στο Heathrow. Ενεργοποίησα το κινητό μου αμέσως για να του τηλεφωνήσω και ν' ακούσω λίγο τη φωνή του. Είχα ένα νέο μήνυμα.
"Που είσαι;
Κάτι πικραίνει πιο πολύ κι απ'τ' όνομα τους
τις πικροδάφνες.
Που είσαι;"
Το οξυγόνο λιγόστεψε ξανά. Εκείνο το βράδυ, μόναχα μοναξιά ανασαίναμε.

Wednesday, February 01, 2006

Ανεμώνες

Η κακή διάθεση δεν κράτησε για πολύ. Βγήκαμε μια βόλτα και όλα έδειχναν να έχουν επανέλθει στη φυσική τους ηρεμία. Με τον καιρό όμως θα μάθαινα πως κανένα συμβάν για τον Λάζαρο δεν τελείωνε όταν κόπαζαν οι φωνές και βγάζαμε τα φλυτζάνια του καφέ. Ο Λάζαρος χρειαζόταν μέρες για να φιλτράρει τα γεγονότα, να τα ζυγίσει και να προχωρήσει ανάλογα. Σα να έκανε μια παύση από το τώρα και να συνέχιζε το πριν. Και το μετά ερχόταν ξαφνικά. Αναπάντεχα. Την ώρα που απολάμβανες την ελευθερία, ο δικαστής χτυπούσε το σφυρί και ετυμηγορούσε. Συνήθως με καταδικαστική απόφαση.
Δεν ήξερα τι περνούσε από το μυαλό του. Καταλάβαινα όμως πως κάτι τον απασχολούσε. Δεν κοιμόταν, βαρυανάσαινε, ξυπνούσε πολύ νωρίς τα πρωινά. Μέχρι κάποια στιγμή, κάποια ανύποπτη στιγμή, να σε κοιτάξει βαθιά στα μάτια κι έτσι σιωπηλά και φευγαλέα να σου ανακοινώσει πως δεν ξέχασε. Και πιθανότατα ούτε συγχώρησε. Αυτά όμως ήταν συμπεράσματα που άργησα πολύ να βγάλω. Ούτως ή άλλως, το αγαπημένο καταφύγιο των ερωτευμένων είναι το "Μπααα! Ιδέα μου θα'ναι!". Κι έτσι φορτωνόμαστε "ιδέες" που μετά γίνονται φόβοι και στο τέλος, βεβαιότητα. Αλλά τότε είναι πλέον αργά.

Ο Λάζαρος είχε μια άλλη φοβία. Φοβόταν πως μου στερούσε πράγματα που - θεωρούσε πως- είχα ανάγκη. Μια κοπέλα της ηλικίας μου ήθελε να βγει τα βράδυα και να πάει να χορέψει. Φορτωνόταν την άδικη ενοχή του περιορισμού μου. Θεωρούσε πως ήθελα να βγαίνω τα βράδυα αλλά δεν του το έλεγα για να μην τον στεναχωρήσω καθώς εκείνος δεν προτιμούσε αυτού του είδους τη διασκέδαση. Αυτό φυσικά δεν συνέβαινε όχι γιατί είχα αποδεχτεί τις αλλαγές που επιφέρει μια σχέση με μεγαλύτερο άνδρα αλλά, γιατί απλά δεν ήθελα να πηγαίνω κάπου χωρίς εκείνον. Το "που" μου ήταν εντελώς αδιάφορο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πως γινόταν.
Ένα βράδυ κανόνισε να πάμε στο κλάμπ ενός φίλου του. Καινούριο, μεγάλο, χορευτικό. Μικρή παρέα. Με την αδελφή του και 2-3 άλλους γνωστούς του που δεν είχαν άμεση σχέση με τη Τζέσικα κι έτσι δεν θα κινδύνευε να αποκαλυφθεί το μυστικό μας. Η βραδυά κυλούσε αρκετά συμπαθητικά κι ευχάριστα. Μέχρι τη στιγμή που χόρεψα για λίγο με τον φίλο του που μας είχε καλέσει στο κλαμπ. Ο Λάζαρος θεώρησε πως 'την έπεφτα' στο φίλο του... and all hell broke loose!
Aκολούθησε ένας διακριτικός καυγάς, διάφορα -κλιμακώμενης βαρύτητας- κοσμητικά επίθετα, πολλά απαξιωτικά βλέμματα. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε να φωνάζουμε σε ένα δρομάκι πίσω από το κλάμπ: ο Λάζαρος να με βρίζει κι εγώ να προσπαθώ να εξηγήσω τα αυτονόητα. Για λίγο έμεινα μόνη μου εκεί και κλαίγοντας σκεφτόμουν πως ήθελα να φύγω αλλά δεν είχα πουθενά να πάω. Δεν με ενοχλούσε τόσο η παρεξήγηση ή η υπερβολή όσο, η εντύπωση πως ήδη είχαν περάσει 4 μήνες και ο Λάζαρος έδειχνε να μην γνωρίζει τίποτε για 'μένα. Σα να με συνάντησε πρώτη φορά λίγη ώρα πριν - βέβαια και έτσι να ήταν δεν υπήρξε καμία κίνηση που να υποδήλωνε πως μου άρεσε ο φίλος του. Όλο αυτό μου φαινόταν πολύ άδικο.
Ούτε όμως σε αυτό έφταιγε ο Λάζαρος. Αν είχα προηγούμενη εμπειρία ερωτικού δεσμού θα ήξερα πως τέτοια περιστατικά δεν οφείλονται σε παρεξηγήσεις αλλά, δεν είναι τίποτε άλλο από 'παιχνίδια' ερωτευμένων ανθρώπων. Μικροζήλειες από το τίποτε για να κεντρίσουν ο ένας το ενδιαφέρον του άλλου. Σκηνοθετημένες παρεξηγήσεις που αποσκοπούν μόνο στην οριοθέτηση και την υπενθύμιση της παρουσίας. Και όσο πιο αδιάφορος δείξεις, τόσο το καλύτερο. Όσο περισσότερο έδειχνα προσβεβλημένη, θιγμένη και πληγωμένη απ' όλη αυτή την ιστορία, ήταν λογικό ο Λάζαρος να το εκμεταλλευτεί. Ίσως κι εγώ να έκανα το ίδιο. Ίσως κι εγώ να προσπαθούσα να χρησιμοποιήσω την ευκαιρία για να φανώ το θύμα και να αξιώσω μεγαλύτερη προσοχή - και φυσικά να υπενθυμίσω τις συνέπειες μια 'στραβοτιμονιάς'. Ίσως και να το έκανα κάποια στιγμή αργότερα. That's the name of the game! Δεν υπάρχει καμία δολιότητα σ' αυτό. Ίσως και να είναι προτιμότερο ο καθένας να παλεύει την προσωπική ανασφάλεια του έστω και με τέτοιους παράδοξους τρόπους παρά να βουλιάζει σε αυτή. Και φαντάζομαι πως είναι μεγάλη ευχαρίστηση - όσο σαδιστικό και αν ακούγεται - να βλέπεις την αγαπημένη ή τον αγαπημένο σου να επιβεβαιώνει αυτό που σκέφτεσαι: "πως ίσως τελικά να τρελλαίνεται αλήθεια στην ιδέα πως θα με χάσει"! Αρκεί να υπάρχουν όρια.
Εκείνο το βράδυ είχαμε ξεπεράσε τα όρια. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα γιατί αναδρομικά ξέρω πως όλο αυτό δεν ήταν τίποτε αλλό από ένα -ανόητο και περιττό εκείνη τη στιγμή- παιχνίδι εξουσίας κι επιβεβαίωσης.
Η βραδυά φυσικά καταστράφηκε. Τις λίγες ώρες που ξάπλωσα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Και ως γνωστόν, όσο περισσότερο σκέφτεσαι κάτι παράλογο τόσο περισσότερο πελαγώνεις.
Όταν ξύπνησε ο Λάζαρος βρήκε ένα βάζο με ανεμώνες στο πλάι του. Κοίταξε τις ανεμώνες και μετά εμένα. Όπως πλησίαζε να μ' αγκαλιάσει, συνειδητοποίησα πόσο ηλίθια ήμουν. Και πως είχα πάρα πολλά να μάθω ακόμα.

Sunday, January 29, 2006

Η κακή αρχή

Τα πράγματα κυλούσαν πολύ όμορφα. Η δουλειά ήταν ευχάριστη - αν και μεταξύ μας το να είσαι η γκόμενα του αφεντικού είχε ένα πλεονέκτημα στο ωράριο - και η συμβίωση μας ήταν απρόσμενα ευχάριστη. Ποτέ δεν καυγαδίζαμε, ποτέ δεν ενοχληθήκαμε από τη μόνιμη παρουσία του άλλου, ποτέ δεν... Οι φίλοι μου δεν μου έλειπαν. Αυτό ακούγεται μάλλον άσχημο και ίσως εμμονικό για τη σχέση μου με τον Λάζαρο. Ίσως και να ήταν. Δεν αισθανόμουν πως ήθελα να δω κανέναν άλλο. Από την πρώτη στιγμή που έφτασα μετρούσα τις ώρες μέχρι την επιστροφή μου. Οι στιγμές που δεν ήμασταν μαζί μου φαίνονταν χαμένος χρόνος. Μετά από αυτό βέβαια, ποτέ δεν κατηγόρησα κανένα φίλο ή φίλη μου που εξαφανιζόταν για καιρό όταν ερωτεύοταν. Το έβλεπα πάντα σαν δικαίωμα του. Ίσως και σαν υποχρέωση του. Να 'χαθεί' για λίγο, να βουλιάξει σε άλλα συναισθήματα που του έχουν λείψει, σε άλλα χέρια που η παρηγοριά και το χαμόγελο θα έχουν άλλη απόχρωση από αυτή των φίλων. Κι όταν καταλαγιάσει λίγο ο ενθουσιασμός με την ευτυχία, επιστρέφουμε για τη μοιρασιά.
Τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου μου έκανε δώρο ένα βαζάκι με γλυκό κεράσι. Όπως τη πρώτη φορά που ήρθε στην Αγγλία. Το κεράσι και το φιλί είχαν την ίδια γεύση: αυτή που σε προστάζει να κλείσεις τα μάτια και σου κλέβει την ανάσα.

Μέχρι τότε η παρουσία της Τζέσσικας - με εξαίρεση τις ημέρες των Χριστουγέννων- ήταν, σχεδόν, διακριτική. Αυτό βέβαια ήταν κατόρθωμα του Λάζαρου και όχι αποχή της ίδιας από τη ζωή του.
Ένα βράδυ η Τζέσσικα θα εμφανιζόταν σε μια εκπομπή στην τηλεόραση. Το ήξερα από μέρες αλλά επίσης, ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να λείπουμε εκείνη την ώρα και να μην την παρακολουθήσουμε. Η ιδέα να ξαπλώσουμε στο κρεββάτι και να γελάσουμε με τα αστεία της ή να συμφωνήσουμε με όσα έλεγε μου φαινόταν εξωφρενική. Γι' αυτό και μόλις ξεκίνησε η εκπομπή βγήκα μια βόλτα. Ο Λάζαρος ήταν σπίτι "παρέα" με τη Τζέσσικα. Ήταν η πρώτη φορά που μπήκε στο σπίτι μας και επίσημα πλέον στη κοινή μας ζωή.
Τριγύριζα για πολλή ώρα στο δρόμο χωρίς να μπορώ να μιλήσω σε κάποιον. Είχα πικραθεί και προσπαθούσα να προσδιορίσω τον λόγο. Ήταν η Τζέσσικα; Ήταν η Τζέσσικα στη τηλεόραση; Ήταν η άρνηση του Λάζαρου να καταλάβει πως η ανοχή ξαφνικά γινόταν κακόγουστη φάρσα; Ήταν η δική μου υστερία; Στο κάτω κάτω ο Λάζαρος μου αφιέρωνε το 90% του χρόνου και της ζωής του. Μάλλον ήταν το γεγονός πως πλέον αναγνώριζα το 10% που έλειπε. Και, δυστυχώς, το αναγνώριζα σαν εχθρό. Εκείνο το βράδυ, καθισμένη σε ένα παγκάκι στου Γκύζη συνειδητοποίησα πως ζούσα τον χειρότερο εφιάλτη μου: έπρεπε να διεκδικήσω τον Λάζαρο. Έπρεπε να παλέψω για να κερδίσω ακόμα και αυτό το 10%. Μεγάλη αδικία. Αυτού του είδους οι μάχες μοιάζουν με κύκλους ματαιότητας, με αδιέξοδα. Το "αν τον αγαπάς, διεκδίκησε τον" είναι ο συντομότερος τρόπος να χάσεις ό,τι αγαπάς. Τι μπορεί να κερδίσεις όταν η αγάπη γίνει προσπάθεια; Μάλλον τη βέβαιη τρέλλα. Αποφάσισα εκείνη τη στιγμή πως δεν θα προσπαθούσα, θα περίμενα. Λιγότερο εύκολα αλλά σίγουρα δικαιότερο.

Γύρισα στο σπίτι. Η Τζέσσικα είχε 'φύγει' αλλά η κακή διάθεση είχε ποτίσει τα πάντα σαν υγρασία. Κοιμηθήκαμε σιωπηλοί. Δεν μπορούσαμε να το κουβεντιάσουμε. Απλά γυρίσαμε τις πλάτες και διαγωνιστήκαμε ποιός θα ααστενάζει βαθύτερα. Στην ανοησία πήραμε άριστα.
Το επόμενο πρωί ήταν ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Ξεκίνησα την κουβέντα προσπαθώντας να του δώσω να καταλάβει πως ίσως να ήμουν υπερβολική αλλά δεν μου είναι εύκολο να συνηθίσω. Η συζήτηση σε χρόνο ρεκόρ έγινε καυγάς με το Λάζαρο να λέει πως αν κάποιος βρισκόταν σε δύσκολη θέση ήταν αυτός και όχι εγώ. Έκλεισε την πόρτα και έφυγε.
Και τότε έγινε η 'κακή' αρχή: έπεισα τον εαυτό μου πως ήταν όλα δικό μου λάθος, πως ήμουν παράλογη και υστερική και πως ο Λάζαρος είχε σε όλα δίκιο. Δίκιο μπορεί να είχε αλλά, όχι σε όλα. Απλά θεώρησα πως για να λήξουν οι καυγάδες και οι φωνές θα έπρεπε να επωμιστώ όλο το βάρος αυτής (και στο εξής σχεδόν κάθε) δυσάρεστης κατάστασης. (Μετά από χρόνια κάποιος θα βάφτιζε αυτή μου τη στάση "Παθητική Ψυχολογία". )
Ο Λάζαρος δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Κάλεσα δεκάδες φορές. Και όσο περνούσε η ώρα ο φόβος πως ίσως να μην γύριζε, με κυρίευε. Εκείνο το πρωί, η ιστορία μας είχε γίνει υστερία μου. Και όλα αυτά για το τίποτε.
Γύρισε μετά από μερικές ώρες και με βρήκε να κοιμάμαι στη ντουλάπα.

Friday, January 20, 2006

Η εκδρομή

Ήταν περίπου 12 το μεσημέρι και ο Λάζαρος μου τηλεφώνησε και ζήτησε να φύγω αμέσως από τη δουλειά και να γυρίσω σπίτι, το συντομότερο δυνατό. Χωρίς λόγια, χωρίς εξηγήσεις.
Έφυγα τρέχοντας γεμάτη ανησυχία κι εωτηματικά. Από το ταξί προσπάθησα να τον καλέσω αλλά στο κινητό δεν απαντούσε. Έφτασα σπίτι κι εκείνος έλειπε. Ενστικτωδώς κοίταξα αν τα πράγματα του ήταν εκεί για να σιγουρευτώ πως δεν είχε φύγει σαν τον κλέφτη. Τα πράγματα του ήταν εκεί κι εξάλλου κανένας κλέφτης δεν σε καλεί να γίνεις μάρτυρας της φυγής του. Άναψα ένα τσιγάρο κι αρχισα να κάνω σενάρια καταστροφολογίας με το μυαλό μου. Προσπαθούσα να θυμηθώ τη φωνή του στο τελευταίο τηλεφώνημα. Ήταν ανήσυχη; Τρομοκρατημένη; Φοβισμένη; Πνιγμένη στην απόγνωση; Δεν μπορούσα να θυμηθώ. Ήταν αδύνατον. Άρχισα να προετοιμάζομαι για το χειρότερο. Δεν είχα ιδέα τι θα μπορούσε να ήταν αυτό αλλά εγώ θα το περίμενα. Δεν θα ξαφνιαζόμουν και θα το αντιμετώπιζα ήρεμη και νηφάλια. Άναψα ένα τσιγάρο και περίμενα. Κι άλλο μετά.
Δεν άκουσα το κλειδί στην πόρτα όταν μπήκε ο Λάζαρος αλλά πριν ακόμα προλάβω να τον ρωτήσω το παραμικρό μου είπε με ένα τεράστιο χαμόγελο "Ντύσου γρήγορα, φεύγουμε!" Είχε σχεδιάσει ένα ταξίδι έκπλήξη!
Σε λιγότερο από μισή ώρα ξεκινούσαμε για Μονεμβασιά. Μέσα στη βροχή. Στα πόδια μου ένα μεγάλο σακ βουαγιάζ γεμάτο cds που είχε φέρει από το σπίτι του για να βάζω μουσική στη διαδρομή. Το ταξίδι ήταν μεγάλο και ο άσχημος καιρός το δυσκολεύε... μάλλον. Δεν ξέρω.
Αν με ρωτούσε κάποιος τόσο τότε, όσο και σήμερα που έχουν περάσει 6 χρόνια τι θυμάμαι από αυτή την εκδρομή θα απαντούσα πως δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Δεν θυμάμαι τις ταμπέλες που περάσαμε στο δρόμο, τα χωριά ή τις ταβέρνες που καθήσαμε. Δεν θυμόμουν καν το όνομα του ξενοδοχείου - 'Λαζαρέτο' το έλεγαν αλλά κι αυτό χρειάστηκε να το ψάξω στο internet και να το προσδιορίσω από τις φωτογραφίες. Θυμάμαι πως είχαμε ένα υπέροχο δωμάτιο αλλά δεν θυμάμαι πως ακριβώς ήταν. Θυμάμαι πως είχαμε υπέροχη θέα και θυμάμαι πως γνωρίσαμε ένα ζευγάρι που είχαν έρθει να γιορτάσουν τα 30 χρόνια του γάμου τους και τα πρωινά κατέβαιναν στη παραλία και πέταγαν βότσαλα στη θάλασσα! Γενικά, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες από το ταξίδι αυτό.
Θυμάμαι πως γελούσαμε πολύ. Θυμάμαι πως στα χείλη μας υπήρχε μόνιμα ένα χαμόγελο. Θυμάμαι γιαούρτι με κυδώνι και σπιτικά μακαρόνια με μυζήθρα. Μας θυμάμαι σε μια βόλτα στο κάστρο να κρυώνουμε. Λίγα πράγματα.
Θυμάμαι όμως την αίσθηση. Αυτό το θυμάμαι δυνατά και ξεκάθαρα. Το μυαλό εντελώς άδειο και η καρδιά φουσκωμένη από τον καθαρό αέρα, τη γαλήνη και την ευτυχία. Ήταν από εκείνες τις στιγμές της ζωής που αν μου ζητούσαν να κάνω τρεις ευχές, δεν θα έφτανα ούτε στη πρώτη συλλαβή. Δεν θα την έβρισκα άλλωστε. Οι στιγμές που νιώθεις πως τα έχεις όλα. Έστω κι αν μπρόστα σου απλώνεται μια ολόκληρη ζωή. Εκείνες τις ημέρες ευχαρίστως θα αντάλλαζα πολλά πολλά χρόνια από το μέλλον μου για να σταματήσω σε μια ώρα κάπου ανάμεσα στη Παρασκεύη το μεσημερί και στο βράδυ της Κυριακής. Ήμασταν πάρα πολύ ερωτευμένοι. Δεν χρειαζόμασταν την συντροφιά κανενός άλλου, δεν είχαμε καμία φιλοδοξία, κανένα όνειρο για παρακάτω. Εκείνη η επαφή μας έφτανε. Εκείνες οι μέρες αρκούσαν. Το μυαλό μας δεν το θόλωνε ούτε η μέρα που θα επέστρεφα στην Αγγλία, ούτε τα τηλεφωνήματα της Τζέσσικας, ούτε το περίεργο βλέμμα που μας έριξε το ζευγάρι που γνωρίσαμε όταν ήρθε στο δωμάτιο μας και διαπίστωσε πως υπήρχε μόνο ένα διπλό κρεββάτι - προφανώς τους είχε κάνει 'ελαφρυά' εντύπωση η διαφορά της ηλικίας που είχαμε με τον Λάζαρο.
Ε, και; Όσα και αν αλλάζαν, ό,τι και αν συνέβαινε για πρώτη φορά πίστεψα πως είχα την πρώτη στέρεη ανάμνηση αυτής της σχέσης στο μυαλό μου και το βαθύ της αποτύπωμα στη καρδιά μου. Όλο αυτό το συναίσθημα δεν ημερεύε ούτε ακόμα και όταν σκεφτόμουν την επιστροφή. Ούτως ή άλλως θα γυρίζαμε μαζί στο ίδιο σπίτι. Και αυτό που ζούσαμε ήταν πλέον σίγουρο πως δεν γνώριζε τόπο ή χρόνο. Υπήρχε.
Για μένα υπήρξε η ωραιότερη εκδρομή της ζωής μου. Λίγα χρόνια μετά, ο Λάζαρος μου είπε πως μέχρι εκείνο το Σαββατοκύριακο ήταν τόσο ερωτευμένος που "θα γινόταν χαλί". Ούτε ποτέ του ζήτησα κάτι τέτοιο αλλά, ούτε και έδωσα σημασία στο "μέχρι" του.

Sunday, January 15, 2006

Τα καθημερινά

Τη δεύτερη μέρα της άφιξης μου, πήγα στους γονείς μου. Θα ένιωθα φοβερές τύψεις αν δεν τους επισκεπτόμουν όλο αυτό το διάστημα που θα ήμουν στην Ελλάδα. Είπα πως μετά θα ήμουν πολύ απασχολημένη και δεν θα μπορούσα να γυρίσω πριν το Πάσχα. Έτσι πήγα σπίτι μου για μια μόνο μέρα. Ίσως μέσα μου να ήθελα από κάπου να πάρω δύναμη πριν βουτήξω στα βαθυά. Ίσως και να ήθελα να σιγουρέψω για μια ακόμη φορά πως ακόμα κια αν όλα πήγαιναν κατά διαόλου με τον Λάζαρο, το σπίτι μου θα ήταν εκεί ζεστό κι έτοιμο να με αγκαλιάσει και να με ηρεμήσει.
Φυσικά, δεν προέβλεψα πως ο μπαμπάς μου θα ήθελε την επόμενη μέρα να με συνοδέψει στο αεροδρόμιο! Λίγο δε πριν φτάσουμε στο αεροδρόμιο (νωρίς το πρωι Κυριακής) ήταν φανερό πως θα περίμενε - στη καλύτερη περίπτωση - να επιβιβαστώ. Πόνταρα στην αξιοπρέπεια και τη διακριτικότητα του και είπα πως θα έπρεπε να φύγει γιατί θα ερχόταν ένα αγόρι που βγαίναμε από τα Χριστούγεννα και θα ήθελα να τον δω για μισή ώρα πριν φύγει η πτήση μου. Ο μπαμπάς μου το δέχτηκε, με φίλησε και έφυγε. Περίμενα μισή ώρα κλεισμένη στη τουαλέτα και μετά τηλεφώνησα σπίτι μου προφασιζόμενη πως ξέχασα κάτι. Όταν απάντησε ο μπαμπάς μου, ντράπηκα μεν ανακουφίστηκα δε. Πήρα ένα ταξί και πήγα στο σπιτάκι.

Tην επόμενη μέρα ξεκίνησα δουλειά σε ένα από τα γραφεία της επιχείρησης του Λάζαρου. Ήταν μια πολύ ωραία λύση για να μην μένω φυλακισμένη στο σπίτι τα πρωινά αλλά και για τον Λάζαρο που δεν θα είχε την έννοια πως είμαι μόνη μου. Έτσι θα βλεπόμασταν κάποια πρωινά κιόλας - δεν ήμασταν ούτε στο ίδιο γραφείο, ούτε στην ίδια περιοχή. Με είχε πάει λίγες μέρες νωρίτερα και μου είχε δείξει τη δουλειά.
Θυμάμαι το πρώτο πρωινό που πήγαμε. Κάποιες στιγμές νομίζω πως τον κοίταγα με ανοιχτό το στόμα. Τον χάζευα να έχει τον έλεγχο μιας δουλειάς που εγώ πολύ λίγο καταλάβαινα. Μιλούσε, οργάνωνε, έδινε κατευθυντήριες (και μου έριχνε κλεφτές ματιές). Δεν μπορώ να πω ότι δεν τον καμάρωνα. Για κάποιο περίεργο λόγο δε, η ματιά μου είχε κολλήσει στα χέρια του. Τα κοίταζα μαγννητισμένη λες κι αν σταματούσαν να κινούνται κάτι θα συνέβαινε. Ήταν από τις στιγμές που θυμάμαι να μεγαλώνει μέσα μου ό,τι ένιωθα για εκείνον.

Οι μέρες κυλούσαν μαγικά. Στη δουλειά πήγαινα σχεδόν καθημερινά - με εξαίρεση τις ημέρες που αποφασίζαμε να χουζουρέψουμε ως αργά και μετά να κάνουμε "day of fun" όπως έλεγα. Το συνηθέστερο βέβαια ήταν να έρχεται και να με παίρνει από τη δουλειά. Με αυτό τον τρόπο άλλαξε και η οπτική του Λάζαρου απέναντι στην ίδια του την εργασία. Πολλά μεσημέρια του έστελνα φαξ δίνοντας αναφορά για ό,τι νόμιζα ή θα ήθελα να συμβαίνει στο γραφείο. Έβγαλα παρατσούκλια στις άλλες δυο κοπέλες κι αρχίσαμε να φτιάχνουμε σουρεαλιστικές ιστορίες γύρω από τη ζωή τους. Οι κοπέλες σημειωτέον δεν με πολυσυμπαθούσαν γιατί όλη την ώρα μιλούσα στο τηλέφωνο - χωρίς βέβαια να ξέρουν πως μιλάω με το αφεντικό τους.
Αυτό ήταν ένα άλλο περίεργο με τον Λάζαρο. Δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου μια στιγμή που να μην είχαμε κάτι να πούμε. Τα καταιγιστικά τηλεφωνήματα των ερωτευμένων συνήθως καταλαγιάζουν και λιγοστεύουν μετά από λίγο καιρό. Μ' εμάς αυτό δεν συνέβη ποτέ. Τόσο διαφορετικοί άνθρωποι και με τόσα πολλά πράγματα να πούμε. Υπήρχαν συνέχεια θέματα. Μιλούσαμε για τα πάντα και να φανταστείτε πως ακόμα δεν είχε γνωρίσει τους φίλους μου ή εγώ τους δικούς του. Με τον Λάζαρο δεν πλήτταμε ποτέ. Μπορεί να μην κάναμε τίποτε απολύτως. Μπορεί να κοιτούσαμε το ταβάνι. Όμως ούτε για μια στιγμή δεν βαρεθήκαμε. Μιλούσαμε και γελούσαμε συνέχεια. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον δεν υπήρξε μια φορά που να μην ανυπομονούσαμε να συναντηθούμε. Πέρα από το ρομάντσο που ζούσαμε (ή ίσως και εξαιτίας του) ξέραμε πως μόλις βλεπόμασταν όλα θα γίνονταν χαρούμενα. Ακόμα και στις εξαιρετικά δύσκολες στιγμές. Ακόμα και τότε ανυπομονούσαμε.
Ούτως ή άλλως, μεταξύ μας πάντα υπήρχε και το στοιχείο της έκπληξης - κάτι που ποτέ δεν συνηθίσαμε. Όπως μια Παρασκεύη που μου τηλεφώνησε στη δουλειά ενώ μου είχε πει πως βρισκόταν σε ένα συμβούλιο. Ήταν από εκείνες τις Παρασκεύες που έβρεχε πάρα πολύ.

(ΣΣ Σας υπόσχομαι πως δεν θα ξανα καθυστερήσει τόσο άλλο ποστ:-).)

Sunday, January 08, 2006

Interlude

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από το σπίτι της Λομβάρδου είναι ένα ταψί σπανακόπιτα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ζεστή, πλούσια, η ωραιότερη που είχα φάει ποτέ.
Η δεύτερη εικόνα ήταν το πρόσωπο του Λάζαρου να με ξυπνάει το επόμενο πρωί. Γελαστός, μυρωδάτος κρατώντας ένα κουτί από φούρνο. «Σου ‘φερα καλούδια» μου είπε.
Μετά θυμάμαι τις σκέψεις μου.
Τον ορυμαγδό από κουβέντες και λόγια μέσα στο κεφάλι μου.
Θυμάμαι πως ώρες ώρες τον κοίταζα καθώς κοιμόταν και αναρωτιόμουν ποιος ήταν. Πώς βρέθηκε να κοιμάται δίπλα μου αυτός ο άνθρωπος; Τι θα γινόταν αν ξυπνούσε; Είναι άραγε αυτός ο άνθρωπος που θα αγαπάω για την υπόλοιπη ζωή μου τόσο δυνατά όσο αυτή τη στιγμή; Τον αγαπάω στ’ αλήθεια ή μεταφράζω σε αγάπη τη μαγεία της ζεστής του παρουσίας;
Θυμάμαι πως εκείνο τον Φεβρουάριο είχε σχεδόν συνέχεια συννεφιά, βροχή και κρύο. Δεν θυμάμαι πολλές μέρες με λιακάδα.
Έχω την εικόνα δυο ανθρώπων σε ένα δωμάτιο να φέρονται σαν χρόνια ερωτευμένοι. Στην ουσία θυμάμαι δυο πολύ ερωτευμένους ανθρώπους να προσπαθούν να φανούν άνετοι σε μια απρόσμενη πραγματικότητα. Σε μια καθημερινότητα με ξέστρωτα κρεβάτια, άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη και νερά στο μπάνιο. Με εκτροπές στα κινητά τηλέφωνα για να μην καταλάβει κανένας που βρισκόμασταν. Χωρίς δοκιμαστικά και δίχως μέρες προσαρμογής. Μόνο εμείς οι δυο. Να μοιραζόμαστε έναν Φεβρουάριο έτσι όπως κανείς μας δεν τον είχε σχεδιάσει ή φανταστεί. Να μοιάζουμε εξόριστοι για άλλη μια φορά στην Αθήνα. Να κρυβόμαστε. Να βιαζόμαστε.
Έχουν περάσει χρόνια από τότε, και την επόμενη φορά θα σας διηγηθώ τι συνέβη τότε. Όμως τώρα πια βλέπω τα πράγματα πιο ξεκάθαρα. Και μπορώ να σας πω με μεγάλη βεβαιότητα πως ο έρωτας μπορεί και να θολώνει την κρίση σου. Μπορεί και να σε οδηγεί σε αποφάσεις αψυχολόγητες, σε ανόητες κινήσεις, σε σπασμωδικές αντιδράσεις. Μπορεί να σε κάνει κυκλοθυμικό και ονειροπόλο. Μπορεί να ανατρέπει την ισορροπία της λογικής και μπλα μπλα μπλα . Πολλά, πολλά, πολλά άλλα. Τα βράδια όμως όταν ξαπλώναμε και στριμωχνόμασταν στην ίδια πλευρά του κρεβατιού, κόβαμε στη μέση μια καληνύχτα και πίναμε το ζουμί της αγκαλιά. Μια πίκρα κομμένη στα δυο.
Γιατί όσο γλυκά κι αν σε νανουρίζουν οι χτύποι της καρδιάς του πάντα σε πιάνει ένα παράπονο για τις νύχτες που κοιμόσουν μόνη. Κι ένας αναστεναγμός πριν κοιμηθείς, σιωπηλός σα προσευχή για να μην ξαναρθούν τέτοιες ώρες.
Κάπως έτσι γλιστράμε κάπου ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Χωρίς όμως αυτό το ‘κάπου ανάμεσα’ να λέγεται παρόν.

Wednesday, January 04, 2006

Το σπίτι της Λομβάρδου

Οι εξετάσεις του Γενάρη πέρασαν γρήγορα. Θα μεσολαβούσαν 2 εβδομάδες μέχρι την έναρξη του επόμενου εξαμήνου. Οι περισσότεροι φοιτητές επιστρέφουν γι' αυτό το διάστημα στην Ελλάδα, κάτι που εγώ μέχρι τότε δεν είχα κάνει. Συνήθως εκμεταλλευόμουν τις εβδομάδες αυτές για εκδρομές και χαλάρωση σε μια -σχεδόν- άδεια πανεπιστημιούπολη. Αυτή τη χρονιά όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

Ήταν σίγουρο πως θα γύριζα στην Ελλάδα. Σκεφτήκαμε όμως πως αφού οι γονείς μου δεν με περίμεναν, θα ήταν μια καλή ευκαιρία να επέστρεφα κρυφά και να περνούσαμε 2 εβδομάδες μαζί με τον Λάζαρο. Δυο ολόκληρες εβδομάδες συνέχεια μαζί! Ακουγόταν απίστευτο! Και πρακτικά ανέφικτο! Υπήρχε το πρόβλημα της διαμονής αφού και ο Λάζαρος φιλοξενούταν προσωρινά στο πατρικό του. Το ξενοδοχείο ήταν μια λύση αλλά -καθότι καλομαθημένοι αμφότεροι- το κρατήσαμε σαν έσχατη λύση. Ο Λάζαρος ξεχύθηκε στους δρόμους και άρχισε να ψάχνει για επιπλωμένο διαμέρισμα που θα μπορούσε να νοικιάσει για 2 εβδομάδες. Τα περισσότερα είτε ήταν διαθέσιμα μετά από καιρό, είτε ήταν εξαιρετικά ακριβά αλλά κυρίως κανένα δεν νοικιαζόταν για 15 μόνο μέρες. Έτσι αποφασίσαμε να δώσουμε παράταση μιας εβδομάδας στη διαμονή μου. Δεν θα χανόταν ο κόσμος αν έχανα και μιας εβδομάδας μαθήματα. Ο Λάζαρος δεν άνηκε ευτυχώς στη κατηγορία εκείνων που θα προτιμούσαν να στερηθούν τον άλλο από το να πάει πίσω στις σπουδές του - κάτι που εκτίμησα πολύ γιατί φάνηκε πως με αντιμετώπιζε σαν ενήλικη που μπορούσε να αποφασίσει για τη ζωή της και να αναλάβει τις ευθύνες των πράξεων της. Ούτως ή άλλως κι από τη δική μου πλευρά, υπήρξαν χιλιάδες φορές που τον ξεσήκωνα να παρατήσει τη δουλειά του για να βρεθούμε. (Εδώ θα μπορούσε να ξεκινήσει μια μεγάαααλη κουβέντα για τον εγωισμό στις ανθρώπινες σχέσεις και πως μπορεί να τις καταστρέψει αλλά, έχουμε καιρό μέχρι να το θίξουμε αυτό).
Αποφασίστηκε λοιπόν να μείνω 3 εβδομάδες - που τελικά έγιναν 4!! "Και σπίτι βρήκαμε και το νοικιάσαμε". Στου Γκύζη, στην οδό Λομβάρδου. Το νούμερο δεν το θυμάμαι καλά. Ίσως 12, ίσως 14. Στο δεύτερο όροφο ήταν πάντως. Το νοίκιασε δυο μέρες πριν επιστρέψω. Χιλιάδες τηλεφωνήματα, σα μικρό παιδί με το καινούριο του παιχνίδι: "η κούκλα μου κάνει αυτό/ σου είπα πως κάνει και το άλλο;/ ξέχασα να σου πω ότι κάνει και το τρίτο". Έτσι ήταν και ο Λάζαρος. Υπερενθουσιασμένος! Μου τηλεφωνούσε να μου πει για τα κρεβάτια (που ήταν δυο μονά αλλά τα είχε 'δέσει' με ζώνες), για τα ποτήρια, για τα ντουλάπια, για το μπάνιο, για την περιοχή κλπ. Σε κάθε τηλεφώνημα ήταν όλο και πιο φανερό πως το διαμέρισμα δεν του άρεσε καθόλου - αργότερα μου το επιβεβαίωσε λέγοντας πως τον κατέθλιβε γιατί του θύμιζε τα πρώτα δύσκολα χρόνια που είχε ζήσει στο εξωτερικό. Όμως αυτό θα ήταν το σπίτι μας. Έστω και για λίγες εβδομάδες. Έστω και αν και οι δύο επηρεασμένοι κυρίως από στερεότυπα πιστεύαμε ότι ίσως και η σχέση μας να δοκιμαζόταν με αυτή τη συγκατοίκηση. Ήταν όμως το σπίτι μας, το πρώτο μας σπίτι. Ήμασταν και οι δυο ξετρελλαμένοι με την ιδέα πως θα για κάμποσο καιρό θα ξυπνούσαμε μαζί το πρωί, θα φτιάχναμε μια ρουτίνα και θα τη διασκεδάζαμε, θα τρώγαμε μαζί, θα σχεδιάζαμε τη μέρα μαζί.
Όλα μέχρι εκείνη τη στιγμή γίνονταν με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ευτυχώς χωρίς κανένα φόβο αλλά με τη γενναιότητα και τον παρορμητισμό που φέρνει η βεβαιότητα της σωστής επιλογής. Με τον Λάζαρο συνέβαινε αυτό ακριβώς το πράγμα: μας χώριζαν δεκάδες Γκραν Κάνυον αλλά ούτε εγώ, ούτε εκείνος -μέχρι τότε τουλάχιστον- διαπραγματευόμασταν την επιλογή μας. Είχαμε ενστάσεις αλλά όχι αμφιβολίες. Μπορεί να θέλαμε να αλλάξουμε ο ένας τον χαρακτήρα της άλλης και το αντίστροφο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μαχόμασταν την πραγματικότητα που μας έδενε. Η επιθυμία μας ήταν το γεγονός και όλα τα υπόλοιπα μεταβλητές που όμως δεν επηρέαζαν την τελική απόφαση. Το "σ' αγαπώ" το είχαμε πολύ νωρίς, σύμφωνα με τα κλισέ των σχέσεων. Πολύ πριν ανακαλύψουμε όλες τις πτυχές μας. Ίσως και γι' αυτό το λόγο όλα να φαίνονταν σαν παραμύθι: γιατί είχαμε τη βεβαιότητα πως οι μάγισσες, οι δράκοι και τα δαγκωμένα μήλα ήταν κάτι αναπόφευκτο. Στο τέλος όμως, "θα ζούσαμε εμείς καλά, κι ακόμα πιο καλά...καλύτερα".

Έφτασα στην Ελλάδα Πέμπτη βράδυ, ξημερώματα Παρασκεύης στο τέλος του Γενάρη. Κρυφά από γονείς, κρυφά και από φίλους. Φορούσα ένα μαύρο ζιβάγκο και μάλλινο γκρι παντελόνι. Θυμάμαι πως έκανε πολύ ζέστη όταν με αγκάλιασε.